Το καλοκαίρι εκείνο, ήτανε ζεστό, από εκείνα τα τρυφερά που κολλάει το φανελάκι πάνω σου και θες να κάθεσαι έξω μέχρι αργά, στα πεζούλια, στις αυλές, ή στο μπαλκόνι με μπύρα στο χέρι. Δούλευα ακόμα στο μαγαζί του θείου μου, μανάβικο στην αγορά, κι έκανα κουμάντο σε κουτιά, καλάθια, σακούλες – και στα βλέμματα, κι ας ήμουν μπαγιάτικος ερωτικά από καιρό.
Την είδα μια μέρα, τέλη Ιουνίου. Μπήκε στο μανάβικο με μια φίλη της, φόραγε εκείνη τη φούστα που άλλαζε χρώμα ανάλογα πώς έπεφτε το φως, και τα μαλλιά της βρεγμένα ακόμα από τη θάλασσα. Έπιασε ένα ροδάκινο, το έφερε κοντά της, το μύρισε. Την κοίταξα – δεν ξέρω αν με πήρε χαμπάρι. Ή μάλλον, το ήξερε από το πρώτο λεπτό, γιατί γύρισε με τα μάτια χαμογελαστά και μου είπε: «Είναι γλυκά;»
Έπιασα το πιο καλό ροδάκινο που είχα και της το έδωσα στα χέρια, χωρίς λόγια. «Δοκίμασέ το», λέω. Δάγκωσε λίγο στη μέση, κι έμεινε στη σιωπή να μου χαμογελά – έσταζαν τα χέρια της χυμούς και κόντεψα να χάσω πάσα σκέψη.
Από τότε, ήρθε ξανά και ξανά. Δεν μιλούσαμε πολύ, κάναμε πως συζητάμε για ντομάτες, πιπεριές, καρπούζια, αλλά οι λέξεις είχαν άλλα νοήματα, πιο ελαφριά, πιο παιχνιδιάρικα. Μια φορά, της έδεσα τη σακούλα, και τα δάχτυλά μας ακούμπησαν ζεστά, ιδρωμένα από το μεσημέρι – αλλά το ρεύμα εκείνο ήταν άλλο, σαν να μου χτύπησε την καρδιά.
Ένα βράδυ, με βρήκε στο μαγαζί όταν έκλεινα, οι υπόλοιποι είχαν φύγει. Μπήκε μέσα σαν να έκλεβε, με γέλια που έπνιγαν τον ήσυχο δρόμο. «Θέλω δροσερό καρπούζι», μου λέει. «Τώρα;» της κάνω εγώ, και λέει ναι, τώρα, και μου ρίχνει αυτό το βλέμμα που δε σε ρωτάει, σε διατάζει.
Κόψαμε το καρπούζι στα δύο, σταθήκαμε μέσα στο μαγαζί μυρίζοντας υγρασία και φρούτα και νύχτα. Μπήγαμε τα χέρια στο καρπούζι όπως τα μικρά παιδιά – γελάγαμε και λερώναμε μύτες, κρατούσαμε τα μάτια ο ένας πάνω στον άλλον πιο πολύ κι απ’ το καρπούζι. Δεν βιαζόμασταν. Πρώτη φορά, και οι δυο αφήναμε το χρόνο να κυλήσει, λες και κρατούσαμε τον ρυθμό όλου του κόσμου.
Όταν τη ρώτησα αν θέλει να τη γυρίσω σπίτι, γέλασε: «Και με τι; Έχεις μηχανάκι;» Με τα πόδια, της είπα – ήταν η πιο ζεστή βόλτα του καλοκαιριού, κι ας μην αγγιχτήκαμε σχεδόν καθόλου. Προχωρήσαμε δίπλα-δίπλα, το χέρι της άγγιζε το δικό μου σαν να δοκιμάζει τη θερμοκρασία, ώσπου μου το έπιασε κανονικά, εκεί σε μια γωνιά που δεν περνούσε ψυχή.
Εκείνο το βράδυ δεν μπήκα μαζί της μέσα στο σπίτι. Με φίλησε γρήγορα, άτσαλα, μα σαν να μην μπορούσε άλλο. Μου είπε: «Θα ξαναρθείς;». Δεν της απάντησα, ήξερε. Και την άλλη μέρα, μόλις ξημέρωσε, πήγα και στάθηκα κάτω απ’ το μπαλκόνι της. Ανεβήκαμε πάνω, ήπιαμε καφέ που μύριζε παραπάνω απ’ το κανονικό, και το ρίξαμε στα γέλια με τα χαζά, μέχρι που πέρασε το χέρι της στα μαλλιά μου με το νωθρό εκείνο χάδι – κι ήταν αρκετό να με κάνει να θέλω να μην φύγω ξανά ποτέ.
Από τότε, άλλαξε το καλοκαίρι. Δεν κράτησε για πάντα, γιατί μερικά καλοκαίρια πρέπει να μένουν μικρά, αλλιώς χάνουν τη γλύκα τους. Επί μήνες ήμασταν όλο αγγιγματάκια στα στενά, νεύματα και ψίθυροι, φιλιά δροσερά μετά τον ιδρώτα της μέρας, σεντόνια που μυρίζαν αρμύρα, δυο σώματα που δεν μπορούσαν να χορτάσουν το κοντά.
Τα βράδια, με ανοιχτά παράθυρα, άκουγα τη φωνή της να με καλεί από απέναντι∙ αλήθεια, μπορούσες να νιώσεις το κορμί να τρέμει απ’ τα άγγιγμα, το στόμα να σιγοψάχνει το δικό σου στις σκιές, να παλεύεις να κρατήσεις τα γέλια σου χαμηλά όταν γλιστρούσαν τα πόδια από τον ιδρώτα και τα σεντόνια. Ήταν κάτι απελευθερωτικό, ζεστό, σχεδόν παιδικό στη χαρά του. Θυμάμαι παντοτινά τα βλέμματά μας, λιγότερα τα λόγια, περισσότερο τα «έλα» που λέγονταν σιγανά, σαν παράκληση, σαν πρόσκληση.
Έμεινε αυτό μέσα μου, ακόμη κι όταν ξεθύμανε ο πυρετός. Ρίχνω τη ματιά μου πίσω, στην εικόνα εκείνη με το καρπούζι ανάμεσά μας, τα γέλια, τα στόματα ροζ από το φρούτο, και σκέφτομαι πως αν έπρεπε να κρατήσω μόνο μια σκηνή από τη ζωή μου, ίσως να ‘ταν αυτή. Όχι τα μεγάλα λόγια, ούτε οι υποσχέσεις. Μονάχα τα χέρια που ακουμπούν δειλά αλλά τελικά μένουν, κι εκείνη τη ζέστη του καλοκαιριού που γίνεται αφορμή να νιώσεις ζωντανός ξανά.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.