Ερωτικές Ιστορίες – Το βράδυ που γνώρισα τη Λένα στο παλιό καφενείο

Δεν ξέρω αν θα σου φανεί απλό αυτό που θα σου πω, αλλά για μένα ήταν σαν να ξύπνησα μετά από χρόνια. Μιλάμε εκείνο το βράδυ, ήταν τέλη Οκτώβρη, ψιλόβρεχε, κι εγώ ήμουνα εκεί, στο παλιό καφενείο του φίλου μου του Θοδωρή, που είχε βάλει ένα μαγκάλι κι έψηνε καστανά. Μπήκε εκείνη — Λένα τη λένε — με ένα κόκκινο παλτό και βρεγμένα μαλλιά. Κάθησε στην απέναντι άκρη του μαρμάρινου πάγκου, ήσυχα, μα τα μάτια της — πώς να το πω; Σαν να σε καρφώνανε και να σε ρωτούσαν “τι περιμένεις;”.

Την ήξερα λίγο, δηλαδή την είχα δει σε ένα γάμο ξαδέρφου, παλιά. Δεν είχαμε πει κουβέντα τότε, μόνο θυμάμαι κάτι χαμόγελα που κλέβαμε σαν να ήμασταν μικρά παιδιά. Μου είχε μείνει στο μυαλό εκείνο το βλέμμα, δεν το εξηγώ. Λες και σ’ έδεναν με ένα αόρατο σχοινί.

Την ξαναβλέπω τώρα εδώ, τόσα χρόνια μετά. Τράβηξα την καρέκλα μου λίγο πιο κοντά, δήθεν πως τάχα δεν είχα χώρο, κι αυτή χαμογέλασε – για ελάχιστα δευτερόλεπτα, τόσο όσο να σιγουρευτώ πως δεν ήταν φαντασία μου. Έβγαλε το παλτό, ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι κι άρχισε να τρίβει τα χέρια της να ζεσταθεί.

Εμένα, με είχε πιάσει ιδρώτας και κόμπος στο στήθος. Δεν ήξερα πώς να ξεκινήσω κουβέντα. Σκέφτομαι “άνθρωπος είσαι, μη φοβάσαι, μίλα”.

– Κρύο απόψε, της λέω, έτσι για να σπάσω τον πάγο.

– Καλό είναι, μου λέει κι ήρθε λίγο πιο κοντά στο μαγκάλι, εκεί που καθόμουν.

Η καρδιά μου χτύπαγε δυνατά, αλλά όσο κι αν φαίνεται αστείο, αυτό μου έδωσε κουράγιο. Της λέω:

– Θέλεις να κεράσω κάστανα; Είναι ζεστά. Ή έστω ένα τσίπουρο, να πάρεις τα πάνω σου.

Με κοίταξε, κι ήταν σαν να μου χαμογελούσαν τα μάτια της περισσότερο απ’ το στόμα της. Δέχτηκε. Έφερα δυο ποτηράκια, δυο καστάνια ζεστά, και καθίσαμε δίπλα-δίπλα, μ’ ένα μακρύ πάγκο να τους χωρίζει ελάχιστα.

Δεν μιλήσαμε πολύ στην αρχή — πιο πολύ ήταν τα βλέμματα εκείνο το βράδυ, αυτά κάνανε όλη τη δουλειά. Έπιασα τον εαυτό μου να χαζεύει τα χέρια της, τα μαλλιά της ακόμα βρεγμένα, το πώς έπαιζε αφηρημένα με το δαχτυλίδι της. Κάποιες στιγμές, όταν μιλούσαμε, έσκυβε λίγο να με ακούσει καλύτερα κι εγώ κοίταζα το πρόσωπό της, το φως του μαγκαλιού να ζωγραφίζει σκιές στα μάγουλά της.

Θυμάμαι μια στιγμή που γέλασε με κάτι που της είπα – δεν θυμάμαι καν τι ήταν, αλλά το γέλιο της ήταν γλυκό, μελωδικό. Η φωνή της απαλή, λιγάκι βραχνή απ’ το τσιγάρο, αλλά όμορφη. Κι όσο μιλούσαμε, κάτι πήγαινε να γίνει στην ατμόσφαιρα, σαν ησυχία πριν τη βροχή, που τη νιώθεις στην ανάσα σου.

Η ώρα πέρασε γρήγορα, έπεσε η νύχτα, λίγοι μείναμε στο καφενείο. Εγώ διστακτικά πλησίαζα όλο και πιο πολύ, όπως όταν πας να πιάσεις μια πεταλούδα κι είναι έτοιμη να πετάξει — φοβάσαι μη χαθεί η στιγμή. Κι εκείνη δεν έφευγε, έμενε δίπλα μου, έδινε χώρο να πλησιάσω ακόμα λίγο.

Της είπα να τη συνοδέψω σπίτι. Δεν είπε “ναι” αλλά ούτε και “όχι”, μόνο κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας και φόρεσε αργά το παλτό της. Βγήκαμε έξω, είχε ψιλόβροχο αλλά δεν φοβηθήκαμε — περπατήσαμε χωρίς ομπρέλα, τα ρούχα μας βάραιναν με τη βροχή αλλά δεν με ένοιαζε, για πρώτη φορά μετά από καιρό αισθανόμουν ελαφρύς.

Φτάσαμε κάτω απ’ το φωτισμένο μπαλκόνι της. Εκεί, λίγο πριν μπει στην εξώπορτα, γύρισε και με κοίταξε για ώρα. Ούτε φίλη, ούτε αγκάλιασα — μόνο έμεινα εκεί, να την κοιτάζω στα μάτια, όσο κράτησε εκείνη η σιωπή. Τα μάτια της μου έλεγαν όσα δεν τολμούσαμε να πούμε φωναχτά. Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια. Της άγγιξα τα μαλλιά, απαλά, σαν δικαιολογία να μείνω κοντά της λίγο ακόμα.

– Να ξανάρθεις, μου λέει χαμηλόφωνα, μόλις ένα βήμα πριν χαθεί πίσω από την πόρτα.

– Θα ξανάρθω, της είπα, και σαν να δόθηκε τότε η υπόσχεση αυτή, όχι μόνο για μια νύχτα — και για πολλές άλλες που θα έρχονταν, όπως ήθελε η στιγμή.

Γύρισα σπίτι μου άλλος άνθρωπος εκείνο το βράδυ. Όχι γιατί έγινε κάτι φοβερό, αλλά γιατί κατάλαβα πως καμιά φορά, μια σιωπή που μοιράζεσαι, ένα βλέμμα, ένα αθώο άγγιγμα έχουν μέσα τους μια φωτιά ολόκληρη. Τα κρατάς μαζί σου για καιρό, κυρίως τις νύχτες που περιμένεις να ξαναδείς αυτό το χαμόγελο.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.