Ερωτικές Ιστορίες – Το αυγουστιάτικο βράδυ που περίμενα μια ζωή

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βράδυ, που ό,τι περίμενα χρόνια ολόκληρα ήρθε… κρυφά, αχνά, σχεδόν άθελά μου. Ήμουν ήδη περασμένα σαράντα και, όσο να πεις, είχα δει και είχα ζήσει πολλά – όμως τούτο μ’ άγγιξε αλλιώς. Μπορεί να φταίει που εκείνη ήταν ξεχωριστή γυναίκα, ίσως και να ‘ταν εκείνη η ζέστη του Αυγούστου, δεν ξέρω. Ξέρω πάντως πως όλα ξεκίνησαν εκείνη τη μέρα, στο παλιό καφενείο του Μπάμπη, στην ταρατσούλα πίσω από τα πλατάνια, λίγο πριν τη δύση.

Ήρθε με παρέα· δυο φιλενάδες, γέλια, σβησμένη φωνή απ’ τον ήλιο και τα κύματα. Την ήξερα χρόνια – φίλη παλιά, μα πάντα μια αγκαλιά πιο μακριά. Εμένα, κάθε φορά που τη συναντούσα, κάτι μυστικό χτυπούσε στην κοιλιά μου, αυτό το κρυφό που δεν ξέρεις ποτέ αν είναι έρωτας ή το συναγερμό πριν το στόμα τολμήσει να πει κάτι παραπάνω. Με είχε πάντα χαιρετήσει με μία αγκαλιά ζεστή, κι ένα τέτοιο χάδι στη φωνή που μόνο ειδικές γυναίκες ξέρουν να κάνουν τους άντρες να νιώθουν πως όλα συγχωρούνται.

Κι έτσι όπως μπήκαν, έλαμψε το καφενείο, είπα εγώ μέσα μου “κάτσε μην είναι η μέρα σου σήμερα”. Έκατσαν διπλανό τραπέζι, τσίπουρο, μεζέδες, γέλια, κι εγώ να ψάχνω στα μάτια της τα παλιά ξεχασμένα λόγια. Σε κάποια στιγμή, διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας – ένα βλέμμα ήσυχο, που λες κι είχε μέσα του πρόσκληση και συγκατάβαση μαζί. Δεν το άντεξα, χτύπησα ένα κλασικό «Να κεράσω;» και μου χαμογέλασε όπως παλιά: πλατύ, αληθινό, λίγο σαν να θέλει να με πειράξει και λίγο σαν να ζητά κάτι πιο βαθύ.

Τα κορίτσια έφυγαν πρώτα, και στην έξοδο αυτή έμεινε τελευταία. Με πλησίασε, σκύβοντας λίγο στο πόδι μου, και ψιθυρίζει, “Αν θες, θα ‘μαι αργότερα μπροστά απ’ τον φούρνο του Σταύρου. Έλα, αν θες”. Δεν ξέρω πώς βρήκα το κουράγιο, μα πήγα. Το χωριό ήσυχο, ο φούρνος κλειστός, τρίξιμο μονάχα στα φύλλα κι ένα γάβγισμα σκύλου από μακριά.

Ήταν στη γωνία, μ’ένα λευκό φόρεμα που μύριζε καθαρότητα, χώμα και νιότη. Δεν είπαμε πολλά, τα λόγια ήταν περιττά. Καμιά φορά δύο άνθρωποι συνεννοούνται μ’ένα κοίταγμα και κάτι μισοτελειωμένες φράσεις. Περπατήσαμε μέχρι το μονοπάτι που βγάζει στα πατήματα κάτω στο παλιό καρνάγιο – από πίσω μας η θάλασσα, μαύρη και γυαλιστερή, κι από πάνω τ’άστρα σα να ριχνόντουσαν ένα ένα πάνω στα μαλλιά της.

Εκεί, σ’εκείνη τη γωνίτσα που μυρίζει νυχτολούλουδο, κοντοστάθηκε δίπλα μου. Ένιωσα το χέρι της να ακουμπά δειλά το χέρι μου. Δεν έκανα τίποτα, μόνο άφησα τη ζέστη απ’το δικό μου να περάσει στα δάχτυλά της. Κάθισα δίπλα της, χώμα και θάλασσα από κάτω, και τα γόνατά μας να ακουμπάνε σχεδόν. Είχε μια αμηχανία εκείνη η σιωπή – μ’άρεσε πολύ, μ’έκανε να θυμάμαι πώς είναι να περιμένεις κάτι που δε σε τρομάζει πια, μα σ’αναστατώνει.

Γύρισε απότομα και μ’κοίταξε – βαθιά, ίσια, μ’ένα χρώμα σκούρο. «Σ’άνοιξα ποτέ καρδιά;» λέει σιγανά, ακούμπησε το κεφάλι στον ώμο μου και μ’ένα χέρι μάζεψε το δικό μου στα πόδια της. Την άφησα εκεί, στο πλάι, να ανασαίνουμε μαζί για λίγο. Η καρδιά μου χτυπούσε, νομίζω και η δική της. Έσκυψα και αναζήτησα το πρόσωπό της – εκείνη μ’περίμενε στα μισά του δρόμου. Φιλιά δειλά, στην αρχή, σαν να φοβόμασταν μην ξυπνήσουμε κάποιον. Μετά πιο ζεστά, πιο αποφασιστικά, με μια λαχτάρα που είχε χρόνια χωμένη μέσα μας.

Δεν χρειάστηκε τίποτα παραπάνω τίποτα χοντρό ή ελαφρύ, μόνο κάτι χάδια στο μάγουλο, ένα στήριγμα στην πλάτη, τ’αρώματα από τα μαλλιά και την ανάσα της. Μέσα στη ζέστη της νύχτας, με τον αέρα να φέρνει αλάτι και μυστικά, μείναμε εκεί – εγώ να νιώθω πως ξαναγράφονται σιγά σιγά όλα μου τ’απογεύματα, κι εκείνη να με κοιτάζει χαμογελαστή, σιωπηλή. Μιλήσαμε λίγο για τα παλιά – πάντα υπάρχει ένας λογαριασμός ανοιχτός, μια υπόσχεση που δεν την έκανες ποτέ, μα την εννοούσες. Της χάιδεψα τα χέρια, τους ώμους, εκείνες τις μικρές κρεμούλες αγάπης που μένουν στις γυναίκες – και με φίλησε ξανά, γεμάτη τρυφερότητα. Ένιωσα πως όλα τ’άλλα, όσα μας κρατούσαν μακριά, δεν μετρούσαν. Εκείνη τη στιγμή, ήμασταν πάλι δυο πιτσιρίκια, που τους έλεγε η ζωή “τρέξτε”, κι αυτά δεν φοβήθηκαν.

Περάσαμε έτσι σαν όνειρο στο μισοσκόταδο, ως που μας βρήκε το ξημέρωμα ακουμπισμένους ο ένας στον άλλον, σιωπηλούς, λίγο λυπημένους κι ευτυχισμένους μαζί. Δεν υποσχεθήκαμε τίποτα, ούτε ζητήσαμε τίποτα – κάποια πράγματα, άμα συμβούν, τα παίρνεις όπως έρχονται κι όπου βγάλει.

Δεν ξέρω αν θα ξαναβρεθούμε έτσι ποτέ. Μπορεί, μπορεί και όχι. Ξέρω όμως πως εκείνο το βράδυ είχα έναν μικρό δικό μου ουρανό, μ’άστρα που μύριζαν γυναικείο άρωμα και λόγια που δε χρειάστηκαν να ειπωθούν.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.