Ερωτικές Ιστορίες – Το ανεκπλήρωτο καλοκαίρι του Αντώνη στα Μέθανα

Να σου πω μια ιστορία, που μέχρι σήμερα δεν την έχω ξεστομίσει πουθενά έτσι όπως έγινε. Δεν ξέρω, ίσως γιατί ντρέπομαι λίγο ακόμα, κι ας έχω μεγάλη ηλικία πια. Άλλοτε θέλω να τη θυμάμαι, άλλοτε βαραίνει μέσα μου τόσο που λέω “Δεν την άντεξα εκείνη τη βραδιά”. Τέλος πάντων, να στη πω.

Ήταν καλοκαίρι, 2018, στο χωριό της γυναίκας μου, κάτω στα Μέθανα. Πάντα πάμε για λίγες μέρες να δούμε τους δικούς της, αλλά εκείνον τον Αύγουστο ήμουνα μόνος, γιατί έτυχε η Σοφία να πρέπει να πάει στην Αγγλία, να βοηθήσει την κόρη μας. Εγώ πήρα άδεια και είπα «Δεν χάνω τη θάλασσα, ας πάω δυο μέρες μοναχός μου». Στο χωριό με ξέρουν όλοι, με αγαπάνε, μπορώ να πω, κι ας είμαι “ξένος”.

Λοιπόν, ένα μεσημέρι, τη δεύτερη μέρα, πάω στο καφενείο. Εκεί κάθονταν η Μαίρη. Τη Μαίρη την ήξερα από χρόνια, παιδική φίλη της γυναίκας μου. Ψηλή, καλοστεκούμενη παρόλο που είχε περάσει τα σαράντα, με αυτό το γέλιο που κάνει τον άλλον να χαλαρώνει. Με κοίταζε με το γνωστό τρόπο της, πλάγια. Όλοι φεύγουν να ξεπλύνουν τα τραπέζια, να μαζέψουν καρέκλες. Μένουμε εγώ κι εκείνη. Ανάβει τσιγάρο και μου λέει “Τι κάνεις ρε Αντώνη μοναχός σου;”. Το λέει έτσι, με εκείνο το υπονοούμενο. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Δεν ξέρω τι είχε εκείνο το απόγευμα, ένα βαρύ αεράκι, μυρωδιά λουλουδιών, η φωνή της χαμηλή, τα χέρια της ακουμπούσαν το γόνατό μου φευγαλέα, δήθεν τυχαία.

Πιάνουμε κουβέντα για όλα, τους παλιούς, τις αρρώστιες, τα χρέη. Εκεί που πάει να πέσει το θέμα, σηκώνεται, σκύβει στα αυτιά μου και λέει «θες να πάμε μια βολτούλα με το αμάξι;». Λέω “πάμε”. Ανεβαίνουμε, χωρίς πολλά – μιλάει εκείνη, γελάει, κι εγώ οδηγώ. Μετά από λίγα λεπτά φτάνουμε σ’ένα ξέφωτο. Σταματάει ο αέρας· ακούγονται μόνο τα τζιτζίκια, το αυτοκίνητο, η αναπνοή της. Κάνει να βγει, μου κάνει νόημα με το χέρι. Ξεκουμπώνω τη ζώνη και πάω κι εγώ έξω.

Η θάλασσα λίγα μέτρα πιο κάτω. Η Μαίρη κάθεται στη ρίζα ενός πεύκου. Φοράει εκείνο το πράσινο φόρεμα που ξέρω ότι της πηγαίνει, τα πόδια γυμνά. Με κοιτάει στα μάτια, δεν λέει λέξη. Σιωπή. Έρχεται στιγμές που νιώθεις το δέρμα σου να καίει απ’τα βλέμματα, όχι απ’τη ζέστη. Κάθομαι δίπλα της. Με το ένα χέρι τραβάει βαριά τζούρα, με το άλλο μου ακουμπά τον ώμο. “Είσαι καλά;” ρωτάει. “Καλά. Εσύ;” της λέω. Χαμογελάει.

Εκείνη τη στιγμή… δεν ξέρω. Έγιναν όλα πολύ αργά, σαν ταινία. Καθόμαστε αγκαλιά, χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα χέρια μου χαϊδεύουν τα μπράτσα της προσεχτικά, σαν να δοκιμάζω πόσο αντέχω. Εκείνη αφήνεται, ακουμπάει στο στήθος μου. Δεν χρειάστηκαν κουβέντες, δεν μπήκαν όρια. Το στόμα της γλυκό, μυρίζει αλμύρα και κρασί – είχε πιει ένα ποτήρι πριν, θυμάμαι. Φιληθήκαμε, αγγιχτήκαμε, λίγο, ήρεμα, χωρίς να σβήνει το βλέμμα της απ’τα μάτια μου.

Δεν γίνανε όσα φαντάζεσαι ή περιμένεις. Υπήρχε η ένταση, το σθένος, η απόσταση που κρατήσαμε, κι εκεί κρυβόταν όλο το πράγμα. Περισσότερο ήθελα εκείνη τη στιγμή να μείνουμε έτσι, δυο άνθρωποι που αλείφουν ο ένας τα βάσανά του στον άλλον, που δεν λένε μεγάλα λόγια. Υπαινιγμοί, βλέμματα, χέρια. Κόσμος που ζει έξω απ’τα μεγάλα, στα μικρά τα χωμάτινα. Ένιωθα ότι αν κινιόμουν λίγο παραπάνω, θα χαλούσα το όνειρο.

Γύρισα πίσω αργά, τη νύχτα. Περάσαμε έτσι δυο μέρες ακόμα, με βλέμμα, με μια λέξη, μια συγκατάβαση, μέσα στα πλήθη της πλατείας και τα βραδινά πανηγύρια. Δεν έγινε τίποτα άλλο, δεν χρειαζόταν. Μερικές φορές οι νύχτες καίνε πιο πολύ με τα μισά, παρά με τα ολόκληρα. Κι άλλωστε, ήξερα πως θα το κουβαλάω αυτή τη γεύση, σαν πικρή σοκολάτα, που αγγίζει αλλά δεν χορταίνει.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.