Ερωτικές Ιστορίες – Το ήσυχο καλοκαίρι του Μανώλη και της Ελένης

Να πω την αλήθεια, ποτέ δεν ήμουν άνθρωπος που έψαχνε τα σπουδαία ή τα θεαματικά στον έρωτα. Ζούσα λίγο μονότονα, να πω… σαν να είχα μπει σ’ ένα ζεστό βολικό παλτό και να μην ήθελα να το αποχωριστώ. Πήγαινα στη δουλειά μου, το καφέ μου το πρωί, κανένα ουζάκι το βράδυ με φίλους, και ήξερα πάντα ότι η ζωή, κάπως έτσι, περνάει. Μέχρι που έτυχε, εκείνο το καλοκαίρι, να δεχτώ μια πρόσκληση για ένα τραπέζι σε σπίτι γνωστής. Ήξερα λίγους μόνο από τους καλεσμένους, η αλήθεια, αλλά βαριόμουν τη μοναξιά μου και πήγα.

Ήρθε και αυτή. Η Ελένη. Τη θυμάμαι καλά από τότε που ήταν μικρότερη, αδερφή φίλου μου, αλλά είχε χρόνια να τη δω. Πόσο είχε αλλάξει… Σε καμία περίπτωση δεν ήταν όμορφη όπως τα περιοδικά λένε την ομορφιά. Αλλά είχε εκείνο το κάτι – το πως κοιτούσε, λες και άλλαζε τα χρώματα στο δωμάτιο. Τα χέρια της, λεπτά και σταθερά, διόρθωναν τα μαχαίρια και τα πηρούνια στο τραπέζι, και το γέλιο της ακούστηκε δυο φορές πριν σηκωθεί στην υγειά της παρέας. Ήπια μια γουλιά παραπάνω τότε, δεν ξέρω γιατί.

Μέχρι να φτάσουμε στο γλυκό είχαν έρθει δίπλα μου, κάθισε κοντά. Για τη δουλειά μου με ρώτησε, χωρίς αδιακρισία, και μιλούσε χαμηλόφωνα, σα να μην ήθελε ν’ ακούσουν οι άλλοι, σα να είχαν ρόλο εκείνο το “εσύ κι εγώ”. Τα μάτια της έμεναν στα δικά μου, πολύ περισσότερο απ’ όσο άντεχα. Κάποια στιγμή, της έπιασα το χέρι πάνω από το τραπέζι τάχα αδιάφορα – δήθεν για να της δείξω έναν στίχο χαραγμένο στο ποτήρι. Άγγιξα αμυδρά το δέρμα της, και μου φάνηκε να περνά ρεύμα ολόκληρο. Δεν είπα τίποτα, γέλασα μόνο.

Όταν άρχισε να αδειάζει το σπίτι, βγήκαμε στο μπαλκόνι. Είχε νυχτώσει, φυσούσε εκείνο το αεράκι το ελαφρύ που φέρνει πάντα άνοιξη, ακόμη κι αν είναι Αύγουστος. Καθίσαμε αγκαλιά πάνω στο χαμηλό καναπεδάκι, εκείνη με τα πόδια διπλωμένα, εγώ λίγο άτσαλος, κρατούσα το ποτήρι μου μην πέσει. Δεν χρειαζόταν να λέμε πολλά. Ησυχία ελαφριά και ωραία, σαν να είχαν μείνει όλα τα βλέμματα του σπιτιού απ’ έξω. Εκείνη έγειρε λίγο προς το μέρος μου και είπε απλά “Κρύωσα”. Μου ζήτησε το σακάκι μου, της το έριξα απ’ τους ώμους πάνω στο σώμα. Μετά, άφησε το κεφάλι της στο μπράτσο μου, και όλα γίναν απαλά, αληθινά.

Κράτησα την ανάσα μου για λίγο. Την ένιωθα δίπλα μου, τους παλμούς της να χτυπάνε ήσυχα. Δεν υπήρχε καμία φλόγα, κανένα πάθος κινηματογραφικό. Μόνο η λαχτάρα, το γνωστό εκείνο παράπονο που δεν περιγράφεται. Άφησα το χέρι μου να γλιστρήσει λίγο παραπάνω στη μέση της, την ένιωσα να ανατριχιάζει. Δε μίλησα. Το βλέμμα μου έπεσε στα μαλλιά της – μυρίζανε λεμόνι. Σμίγανε λίγο τα χείλη της, λες και κάτι ήθελε να πει, και έμεινα να χαζεύω το σκόρπιο φως που έπεφτε στο πρόσωπό της.

“Θυμάσαι πώς ήμασταν παιδιά, που παίζαμε χωρίς να φοβόμαστε τί θα πει ο καθένας;” μου είπε μ’ εκείνη τη ζεστή, αληθινή φωνή της. Κούνησα το κεφάλι, της χάιδεψα το χέρι και απάντησα “Θυμάμαι”. Και την ίδια στιγμή, να σου το, γύρισε να με κοιτάξει τόσο γλυκά, τόσο ήσυχα, που το ένιωσα: κάτι είχε αλλάξει για πάντα. Δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, ήταν εκείνο το βαθύ το ήσυχο πράγμα, που το καταλαβαίνεις μόνο όταν κάθεσαι δίπλα σε άνθρωπο που σε βλέπει αληθινά.

Αργότερα, όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, δεν χρειάστηκαν εξηγήσεις. Την άφησα σπίτι της, το ρολόι είχε περάσει πια τη μία, κι εγώ ήμουν ανοιγμένος ολόκληρος· σαν να είχε τραβηχτεί μια κουρτίνα και να έμπαινε μέσα αέρας. Δεν φιληθήκαμε εκείνο το βράδυ, ούτε ειπώθηκαν μεγάλα λόγια. Αντίο, απλά, με βλέμμα που είχε μέσα του όλη τη νύχτα.

Τις μέρες που ακολούθησαν, κι οι δύο ξέραμε τι περιμέναμε. Τηλεφωνήματα, σύντομα και σταράτα, με κάτι δισταγμούς στο τέλος – να βγει η αλήθεια απ’ το στόμα, να αποκαλυφθεί νέα απόσταση, ή νέα επιθυμία. Της πρότεινα ένα βραδινό περίπατο κοντά στη θάλασσα, κλείσαμε να βρεθούμε αγκαλιασμένοι. Τότε ήταν που με τα φώτα απομακρυσμένα, και τα κύματα ήσυχα, άγγιξα τα μάγουλά της. Αυτή τη φορά δεν το αφήσαμε να γλιστρήσει απ’ τα χέρια μας. Μείναμε για ώρα, αγκαλιασμένοι, χωρίς φωνές, χωρίς υποσχέσεις. Ένιωθα τη ζέστη από το σώμα της να πηγαίνει σ’ εμένα. Ούτε τα σκυλιά που γαβγίζαν δίπλα, ούτε το αυτοκίνητο που πέρναγε, δεν μας ενδιέφεραν. Δεν υπήρχε χώρος για κανέναν άλλο.

Ήρθε ύστερα στο σπίτι μου. Πήγε να φτιάξει καφέ. Την κοίταξα στην κουζίνα – ήσυχη, απλή. Άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο, δεν ήθελα να σκεφτώ τι θα γίνει παρακάτω. Μόνο να είναι εκεί, μόνο να χαθεί για λίγο η μέρα και να μείνουμε, όπως ήμασταν στο μπαλκόνι. Δίπλα, κοντά, με τα βλέμματα κολλημένα στους τοίχους. Κάναμε έρωτα χωρίς “πρέπει”, χωρίς βιασύνη. Κάθεμασταν μετά στο πάτωμα, σιωπηλοί, σ’ εκείνη τη θαμπή ευτυχία που λένε οι άνθρωποι, και χαζεύαμε τα φώτα απέναντι να αναβοσβήνουν.

Δεν ξέρω αν έμεινε ποτέ εκείνη η μαγεία για πάντα. Ούτε αν το λένε “έρωτα” ή κάτι άλλο. Ξέρω ότι υπάρχει στιγμή, ένα φιλί, ένα βλέμμα, μια σιωπή, που αλλάζει τη ζωή σου ολόκληρη. Κι εκείνο το βράδυ, στο μπαλκόνι, δεν έγινε κάτι το τρομερό. Μόνο που για πρώτη φορά στη ζωή μου, θέλησα να μην τελειώσει αυτό που ζούσα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.