Ερωτικές Ιστορίες – Το ένα φιλί στη Σαλαμίνα που τα άλλαξε όλα

Η ιστορία που θα σου πω, δεν είναι κάτι που βγαίνει εύκολα απ’ το στόμα μου. Ξέρεις, δεν είναι για να το λες τυχαία στον καθένα – αλλά, να, μερικές φορές βαραίνει μέσα σου τόσο, που θες να το κάνεις λέξεις, να πάρει λίγο αέρα το μέσα σου. Να ελαφρύνει.

Εγώ είμαι ο Μάκης – μεγαλωμένος στη Νίκαια, με τους δικούς μου ανθρώπους σταθερά δίπλα μου όλα τα χρόνια. Την Κατερίνα, που η ιστορία μου έχει να κάνει μ’ αυτήν, την ήξερα απ’ το σχολείο. Πάντα όμορφη, πάντα με το χαμόγελο, αλλά τότε ήμασταν απλώς γνωστοί. Έχασε το κουμάντο της, το χαμόγελο, και μ’ έχασε και με μένα, μέχρι που βρεθήκαμε τυχαία στο γάμο ενός φίλου, κάτι καλοκαίρι πριν δυο χρόνια στη Σαλαμίνα.

Έκανε ζέστη, μ’ ένα αεράκι να φέρνει μυρωδιά από ψητά και θάλασσα μαζί. Είχα ιδρώσει μέχρι και πίσω απ’ τα αυτιά – και εκεί, στον μπουφέ, πέφτω πάνω της. “Εσύ εδώ;” μου λέει πρώτη. Γυρίζει και το βλέμμα της είναι αυτό – ήσυχο, αλλά κάτι ψάχνει, σαν να ‘χει μείνει χρόνια πεινασμένο για νόημα. Δεν είπαμε πολλά – δυο κουβέντες, κάτι για τη νύφη και τον γαμπρό, τα τυπικά.

Αλλά όλο το βράδυ, ένιωθα πάνω μου να βόσκει το βλέμμα της, να με καρφώνει μισοκρυφά, μέχρι που στον δεύτερο γύρο των ποτών, όσοι είχαμε μείνει «χαμηλόφωνα», βρεθήκαμε έξω στη βεράντα. Καθόμασταν στις άκρες μιας παλιάς ξύλινης τραπεζαρίας, ένα-δυο τσιγάρα μισοκαμένα μπροστά μας, κι η θάλασσα να κάνει το δικό της τραγούδι. Φώτα, μουσικές από μέσα, λίγο παραδίπλα δυο να γελάνε με ένα ανέκδοτο – αλλά εγώ ήμουν κολλημένος σ’ αυτό που είχε στα μάτια της.

Άναψε άλλο ένα τσιγάρο, μου το πρόσφερε και πρόσεξα τα χέρια της ‒ λεπτά δάχτυλα, βέρα που γυάλιζε λίγο στον δείκτη. “Τι έχεις πάθει εσύ;” τη ρώτησα, λίγο χαμηλώνοντας τη φωνή μου σαν να σημαίνει κάτι παραπάνω το μόνο για μας. Κούνησε το κεφάλι της και γέλασε πικρά. “Ένα σωρό, απ’ όλα κι από τίποτα. Εσύ;”

Δεν ξέρω γιατί – ίσως μ’ το αλκοόλ, ίσως γιατί πραγματικά το ήθελα ‒, αλλά άπλωσα το χέρι και της έπιασα απαλά τον αγκώνα. Δεν έφυγε. Αντίθετα, ψιθύρισε: “Άργησες να με ρωτήσεις”.

Από ‘κει και πέρα, όλα έμοιαζαν να συμβαίνουν με ρυθμό αργό, σαν που λες σε όνειρο. Κατεβήκαμε τα σκαλιά, βρεθήκαμε δίπλα στην άμμο, μόνοι μας πια. Μακριά απ’ τα γέλια, απ’ όλους τους υπόλοιπους. Ακούστηκε μόνο ο ήχος απ’ τα σανδάλια της που τα πέταξε στην άκρη, βουτώντας με γυμνά πόδια στην άμμο. Μπήκαμε μαζί στο σκοτάδι, ακουμπώντας ώμο με ώμο.

Εκεί σταμάτησε. Με κοίταζε στα μάτια τόσο κοντά, που ανάσαινέ η μία η ανάσα πάνω στην άλλη. Τρεμόπαιζε το φεγγάρι πάνω στις μικρές σταγόνες του ιδρώτα στον λαιμό της. Δεν χρειάστηκε κουβέντα – ούτε γύρισε να βγάλει παραέξω αυτό που σκεφτόταν. Η ένταση ήταν όλη στα βλέμματα, στη δισταχτική κίνηση να της πιάσω το πρόσωπο. Έκλεισε τα μάτια της αργά, μόλις άγγιξα με τον αντίχειρά μου τα μαλλιά της πίσω απ’ το αυτί. Άκουσα το “έλα εδώ” της, περισσότερο παρά το είπε.

Την φίλησα – όχι όπως φίλαγα παλιά, εκείνο το πρόχειρο, το επίμονο• ήταν ένα φιλί με αγωνία, με δισταγμό σα να ρωτάς πρώτα, μετά να απαντάς. Και εκεί, στη μέση της παραλίας, ήμασταν δυο ενήλικες που κρύβανε ακόμη το παιδί μέσα τους. Το χέρι της βρέθηκε στη μέση μου, το άλλο γύρω από τον ώμο μου – πουθενά δεν βιαζόταν κανένας μας.

Έμεινα έτσι, μια πνοή. Όλα γύριζαν αργά γύρω μας: κυματάκι, φώτα, νυχτερινά κορίτσια να γελούν μακριά, κάπου παραπέρα ένας πιτσιρικάς να παίζει φλογέρα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να το αφήσω εκεί, να μην το χαλάσω – να μείνω με εκείνο το φιλί που είχε μέσα όλη τη σιγουριά ότι κι αυτή, κι εγώ, είχαμε κάτι να ζήσουμε, έστω κι αν ήτανε μόνο απόψε. Κι έτσι το άφησα.

Γυρίσαμε αργά προς τα πίσω. Δεν το είπαμε, αλλά καταλάβαμε και οι δύο. Δεν μπορώ τώρα να σου πω αν ήταν σωστό ή λάθος, ούτε αν άλλαξε κάτι στη ζωή μου ριζικά – αλλά εκείνο το βράδυ, έκανα ειρήνη με το μέσα μου. Γύρισα σπίτι περπατώντας ήσυχα, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο κι ένα βάρος λιγότερο στον λαιμό μου.

Αν ποτέ με ρωτήσεις τι σημασία έχει ένα βράδυ σ’ ένα νησί, ένα βλέμμα που κρατιέται λίγο παραπάνω, ένα χέρι που ξεχνά το “πρέπει”, θα σου πω – σημαίνει όσα δεν χωράνε σε καμία κουβέντα. Μονάχα τα ζεις και τα κουβαλάς μέσα σου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.