Ερωτικές Ιστορίες – Τα βροχερά βράδια στο συνοικιακό μπαρ της Αθήνας

Δεν ήμουν ποτέ από εκείνους που τα λένε εύκολα τα δικά τους. Κι όμως, να, μερικές ιστορίες μένουν μέσα σου τόσο καιρό, που στο τέλος σε πνίγουν αν δεν τις βγάλεις προς τα έξω. Θα την πω λοιπόν όπως βγαίνει, χωρίς πολλά λόγια, όπως τα έζησα εκείνες τις μέρες που ακόμα τις σκέφτομαι όταν ξυπνάω μέσα στη νύχτα.

Ήταν τέλη Μάη. Πρώτες ζέστες. Στην Αθήνα, η πόλη βράζει αλλά οι νύχτες έχουν κάτι δικό τους, ένα αεράκι που σου θυμίζει πως μπορεί να ζήσεις όμορφα, αν το αφήσεις. Εγώ τότε δούλευα σ’ ένα συνοικιακό μπαρ, σέρβις — σιγά το πράγμα, όλοι περάσαμε από εκεί — μεροκάματο, χαβαλές, κανά ποτήρι κρυφά πού και πού. Τα βράδια όμως σ’ αυτό το μπαρ έμπαιναν κάθε λογής άνθρωποι, μα κυρίως έμπαινε εκείνη.

Δεν την ήξερα. Δεν ήξερα καν το όνομά της στην αρχή, μόνο έβλεπα μια κοπέλα, ψηλή, με σκούρα μαλλιά, λίγο ατημέλητα, μάτια να σε τρυπάνε. Πάντα ντυμένη κάπως μαυροφορούσα, με ένα μούτρο που αρχικά σε κρατούσε μακριά. Δεν άργησε όμως να γυρίσουν τα μάτια της πάνω μου. Όταν το ένιωσα, θυμάμαι, μου κόπηκαν λίγο τα γόνατα. Όχι από ομορφιά, από κάτι άλλο, από εκείνο το βάρος που καταλαβαίνεις ότι κάτι πρόκειται να γίνει.

Ένα βράδυ, που άργησε να κλείσει το μαγαζί, ήρθε πιο κοντά στη μπάρα, έκατσε σχεδόν δίπλα μου. Μου λέει με τη φωνή της χαμηλή και κάπως βραχνή, να της βάλω ένα σφηνάκι. Δεν της ζήτησα λεφτά — ήξερα ότι τα είχε, αλλά δε μ’ ένοιαζε. Της το γέμισα κι έγειρε προς το μέρος μου. Αυτή τη φορά ήταν αλλιώς. Σαν να με καλούσε σε παιχνίδι που δεν ήξερα τους κανόνες.

Κοιταζόμαστε ώρες. Ξέρεις, υπάρχουν ώρες που δε μιλά κανείς, τα μάτια όμως λένε ό,τι δεν τολμάς να πεις. Έβλεπα τη σκιά των βλεφάρων της να πεταρίζει, πως έπιανε το ποτήρι, πως ανέπνεε βαθειά, σαν να πάλευε με κάτι μέσα της. Κάποια στιγμή, σηκώθηκε να φύγει, κι όπως έβγαινε, έριξε μια ματιά πίσω της. Αυτό το βλέμμα με στοίχειωσε πολλές μέρες. Δεν μου μίλησε καθόλου, μα κατάλαβα ότι θα ξαναγυρίσει. Κι έτσι έγινε.

Από τότε, κάθε βράδυ ερχόταν. Καθήλωνε τον χώρο. Κι όσο περνούσαν οι μέρες, πλησιάζαμε όλο και πιο κοντά, λες και η απόσταση μεταξύ μας μίκραινε από μόνη της. Την πρώτη φορά που άγγιξα το χέρι της ήταν για να της δώσω φωτιά. Τα δάχτυλά μας μείνανε λιγάκι παραπάνω ενωμένα, τόσο όσο να ανάψει κάτι μέσα μου. Είχε ένα άρωμα κάθε φορά, μυστήριο, σαν χώμα μετά τη βροχή, που δεν ήξερα από πού ερχόταν. Κι ένα γέλιο, μικρό, σπάνιο, που όταν το πετύχαινα, ένιωθα να περνάει ρεύμα στη ραχοκοκαλιά μου.

Το πιο περίεργο; Κανείς απ’ τους δυο μας δεν τολμούσε να πει κάτι ξεκάθαρο — όλα ανάμεσα σε χαμόγελα, σιωπές, αμήχανες στιγμές που νόμιζες θα σπάσουν από στιγμή σε στιγμή, αλλά τελικά τις προσμέναμε και οι δυο. Λες και όλος ο κόσμος είχε γίνει ένα μαγαζί που χωράει μόνο δυο ανθρώπους, που περιμένουν το ένα τους άγγιγμα να γίνει ιστορία.

Ένα βράδυ, τέλος Ιούνη, είχε κάτσει μαζί μου μετά το κλείσιμο, κάτω απ’ τη ψεύτικη σκιά του μαγαζιού. Εγώ καθάριζα τα ποτήρια, αυτή κάπνιζε, έβρεχε λίγο έξω. Σιωπή. Κάποια στιγμή, γυρνάει και μου λέει: “Ξέρεις τι θέλω περισσότερο απ’ όλα; Να κάνω κάτι που δεν έχω ξανακάνει, κι ας πάει όπου να ’ναι.” Κάγκελο εγώ. Δεν απάντησα, μόνο την κοίταξα. Έπιασε το χέρι μου και το κράτησε πάνω στο τραπέζι. Τα δάχτυλά μας μπλέχτηκαν — εκείνο το άγγιγμα ήταν πιο ζεστό απ’ όλη τη νύχτα.

Βγήκαμε έξω μαζί. Περπατήσαμε χωρίς να μιλάμε, κάτω απ’ τη βροχή, στα στενά. Το νερό έσταζε απ’ τα μαλλιά μας, άγγιξα το πρόσωπό της να σκουπίσω κάποιες σταγόνες, μα αυτή δε με άφησε. Με τράβηξε κοντά. Τα χείλη της βρήκαν τα δικά μου, αργά, προσεκτικά, λες και έψαχνε απάντηση σ’ εμένα. Ένιωσα τότε πως ούτε που μ’ ένοιαζε πού πήγαινα ή τι θα γινόταν αύριο.

Κανείς μας δεν είπε “σ’ αγαπώ”, δεν έταξε τίποτα. Τα σπίτια άδεια, οι ώρες ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους γεμάτες μόνο με χαμόγελα και μικρές σιωπές. Έπαιζε πάντα με το πουκάμισό μου, το ξεκούμπωνε αργά, σαν να είχε όλο τον χρόνο του κόσμου. Κι εγώ άγγιζα τα μαλλιά της, άκουγα την ανάσα της, ήξερα πως αυτή η στιγμή ήταν δικιά μας κι ας μην ανήκαμε πουθενά.

Μείναμε έτσι για καιρό. Δεν υπήρχε ταμπέλα για αυτό που ζήσαμε, δεν τα χωράει όλα οι λέξεις. Είχαμε τα βράδια, τις σκιές στους τοίχους, τα χέρια που έψαχναν το άλλο μέσα στη νύχτα. Δε θυμάμαι καν πώς τελείωσε. Ίσως δε χρειάστηκε τέλος, ή ίσως κάθε τέλος μοιάζει σαν ν’ αφήνεις κάτι στη μέση — για να το ξαναζήσεις σε κάποιο άλλο καλοκαίρι, με άλλη βροχή.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.