Ερωτικές Ιστορίες – Οι νύχτες στη βάρδια με τη Σοφία

Δεν ξέρω αν έχεις ζήσει ποτέ κάτι που να σε κάνει να ξεχνάς μέχρι και πώς σε λένε. Νομίζω όλοι κρυφά το περιμένουμε, κάπου να μας πετύχει, να αναποδογυρίσει έναν συνηθισμένο μας χειμώνα. Εμένα μου έτυχε πέρυσι, Ιανουάριο μήνα. Ήτανε τότε που ξεκίνησα να δουλεύω βραδινή βάρδια σε μια αποθήκη στο Ρέντη. Δύσκολες μέρες, λίγο τα λεφτά, λίγο η κούραση, αλλά ήθελα και να ξεχαστώ.

Τρίτη βράδυ, μουντό καιρό, έξω ψιλόβρεχε, όλος ο κόσμος έμοιαζε να έχει μαζευτεί στα σπίτια του, κι εμείς εκεί· ανακατεύαμε κούτες με κουρασμένα χέρια. Εκεί γνώρισα την Σοφία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα, αλλά εκείνο το βράδυ… δεν ξεκίνησε απλά άλλη μια βάρδια. Συνέπεσε να κάνουμε μαζί διάλειμμα. Καθότανε ήσυχα, με μια κούπα ζεστό καφέ, και τραβούσε μακριά το τσιγάρο της. Είχε τα χέρια της σταυρωμένα, μα τα δάχτυλά της έπαιζαν με τον παλιό της αναπτήρα. Κάτι με έσπρωξε να κάτσω δίπλα της, να της πιάσω κουβέντα.

Δεν θυμάμαι καν τι ακριβώς της είπα, αλλά θυμάμαι πως το γέλιο της μπήκε σαν σπίθα μέσα μου. “Αργεί να περάσει το βράδυ,” μου λέει, “αλλά κάτι τέτοιες στιγμές σου κόβεται λίγο η δυσκολία.” Είχαμε κάτι κοινό εκείνη τη νύχτα, σαν να είχαν ξεχαστεί για λίγο τα βάρη μας, σα να κρεμόντουσαν όλα σ’ ένα βλέμμα που δεν τολμάγαμε να στηρίξουμε.

Μέσα στις βάρδιες που ακολούθησαν, όλο και πιο συχνά έβρισκα αφορμή να πιάσω κουβέντα. Όχι πολλά λόγια, μα αρκετά για να στρίψουν λίγο τα χαμόγελά μας στα κρυφά. Ένα βράδυ, τέλη Φλεβάρη, έκανε πολύ κρύο. Η αποθήκη όσο πήγαινε κι άδειαζε, κι εμείς μέναμε τελευταίοι να τακτοποιήσουμε τα ράφια. Άκουγα την ανάσα της πίσω μου, μύριζα το άρωμα που φορούσε· κάτι απλό, σα φρέσκο καθαρό ρούχο, όχι τα βαριά, αλλά που μου έμπαινε μέσα στη μύτη και δεν έφευγε.

Κάποια στιγμή βρεθήκαμε δίπλα-δίπλα, χαμηλώσαμε και οι δυο να σηκώσουμε μια κούτα, και τότε τα χέρια μας συναντηθήκανε. Δεν μιλήσαμε, αλλά κοιταχτήκαμε για ένα δευτερόλεπτο, κι ήταν σαν να κυλούσε ο χρόνος αργά, σαν νερό πάνω σε τζάμι. Ένιωσα ένα ρεύμα από τούτο το άγγιγμα, που μου θύμισε πώς είναι να ζεις στ’ αλήθεια.

Το ίδιο βράδυ, όταν σχολάσαμε, μου ζήτησε να την πάω ως το σπίτι. Περπατήσαμε σιωπηλοί, οι δρόμοι σχεδόν έρημοι, μόνο οι λάμπες να ρίχνουν ένα θαμπό φως. Φτάσαμε κάτω από το σπίτι της· μείναμε εκεί, μισό λεπτό, να κοιταζόμαστε. Δεν χρειάστηκε κουβέντα. Εκείνη έκανε την πρώτη κίνηση: ακούμπησε την παλάμη της στο μάγουλό μου κι εγώ κατέβασα τα μάτια. Την τελευταία στιγμή τα σήκωσα και τη φίλησα. Όλο το σύμπαν εκείνη την ώρα μπήκε σε μια μικρή ζεστή στιγμή ανάμεσα στα χείλη μας.

Ήταν ένας από εκείνους τους χειμώνες που δε θέλεις να τελειώσει, γιατί όλα μοιάζουν να ζεσταίνονται απ’ το κορμί του άλλου. Δεν λέγαμε μεγάλες κουβέντες, αλλά το βλέμμα της Σοφίας αρκούσε για να γίνουν όλα γύρω αλλιώς. Άλλαξαν οι βάρδιες στην αποθήκη, αλλάξαμε κι εμείς λίγα-λίγα. Τις νύχτες, με την πρώτη ευκαιρία της έπαιρνα ένα μήνυμα: “Είσαι άγρυπνη;” Πάντα μου απαντούσε: “Ναι, έλα λίγο κάτω.” Κατεβαίναμε στη μικρή πλατεία της γειτονιάς της, καθόμασταν στο παγκάκι, ώμο με ώμο. Τα χέρια μας έσμιγαν μέσα στις τσέπες μας, τα πρόσωπα κοντά, κουβέντες ψιθυριστές για τα μεροκάματα, το αύριο, μικρά πράγματα, αλλά έβλεπα πως τα άγγιγμά μας και οι παύσεις λέγαν περισσότερα.

Δεν χρειάστηκε ποτέ να ειπωθεί τι ήμασταν ακριβώς μεταξύ μας. Υπήρχε αυτή η φλόγα που έκαιγε ήσυχα, σα να ήμασταν οι δυο τελευταίοι άνθρωποι σ’ αυτή τη γωνιά της πόλης. Είχα καιρό να αισθανθώ πως ένα άγγιγμα μπορεί να δώσει νόημα σε όλη τη μέρα. Το πιο ερωτικό που ζήσαμε ίσως να ήταν μετά από εκείνη τη βάρδια που πιάσαν οι πρώτες ζέστες. Καθίσαμε στην ταράτσα της, ακούγαμε αχνά τραγούδια από τα γύρω σπίτια, βλέπαμε τη γειτονιά από ψηλά, και με το που έγειρε πάνω μου, ένιωσα το σώμα της να κολλάει στο δικό μου σα να ζητούσε ασφάλεια και λαχτάρα μαζί. Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Μόνο αυτό το βουβό δέσιμο, εκείνη η ανάσα στη δική μου ανάσα.

Έχει περάσει καιρός πια. Τα πράγματα άλλαξαν, δρόμοι τραβήχτηκαν, η ζωή το ‘φερε να χαθεί ο ένας απ’ τον άλλον, μα πάντα όταν με πιάνει εκείνη η υγρασία του χειμώνα, τη θυμάμαι. Το βλέμμα της και τη ζεστασιά από τα χέρια της, εκεί στα κρύα βράδια της αποθήκης. Και θυμάμαι και πόσο ωραία είναι ώρες-ώρες να μην μπορώ να πω λόγια, γιατί τα λέει μια σιωπή και μια αγκαλιά.

Αυτά έζησα μαζί της· αυτά μου μείνανε στο μυαλό μου, σαν να κάηκε μια στιγμή για πάντα μέσα μου. Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.