Δεν το ‘πιασα εξαρχής πως κάτι περίεργο θα παιζόταν εκείνο το καλοκαίρι στο νησί, ούτε και πώς θα με άγγιζε αυτό το πράγμα. Πήγα στη Νάξο, λίγο πριν κλείσω τα τριάντα πέντε, για να βοηθήσω έναν φίλο στο μαγαζί του. Βαρέθηκα την Αθήνα και τα ίδια και τα ίδια και είπα, δεν το δοκιμάζεις με τον Σωτήρη, να χαζέψεις λιγάκι το μυαλό σου;
Πρώτη κιόλας μέρα, είχα βγει να πάρω αέρα μετά το κλείσιμο. Δεν κοιμόμουνα. Περπάταγα μες στα σοκάκια, φωτισμένα, άδεια. Κι εκεί που περνάω, τη βλέπω. Καθόταν στην άκρη μιας πεζούλας, μπλε φούστα και άσπρο φανελάκι, φως στο πρόσωπο απ’ το φεγγάρι. Μαλλιά μαύρα. Έπαιζε με τα δάχτυλα το κινητό, χωρίς να κοιτάει την οθόνη.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά στάθηκα δίπλα της. Με βλέπει, με κοιτάει κατάματα, δε χαμογελάει. Τι κάνεις; της λέω, δεν είσαι ντόπια;
«Όχι,» μου απαντάει, «ούτε κι εσύ φαίνεσαι ντόπιος.»
Ήπια φωνή, τσαλακωμένη λίγο, σαν να μην είχε κοιμηθεί καλά. Λέμε πέντε πράγματα, βγαίνει πως λεγόταν Άννα, είχε κατέβει με παρέα, αλλά βαρέθηκε και βγήκε να δει φεγγάρι μόνη της. Ένα αθόρυβο κορίτσι, δυο χρόνια μικρότερη μου είπε. Κοιτιαζόμασταν ανάποδα, να καταλάβω τι ήθελε – εγώ σκεφτόμουν ότι ο τρόπος που μου μίλησε ήταν σαν να με ήξερε.
Εκείνη τη βραδιά, δε συνεχίσαμε. Κοντοσταθήκαμε και όλα ήταν στον αέρα: να φύγω, να μείνω, αγγίζει λίγο το χέρι μου έτσι τυχαία, σαν να σκοντάφτει η παλάμη της πάνω στη δική μου. Δεν μας ήξερε κανείς εκεί. Κρατήσαμε τα μάτια ο ένας του άλλου και μετά απλά φύγαμε – σχεδόν τρόμαξα που με κοίταγε έτσι.
Την επόμενη μέρα, πέφτει πάνω μου άλλη ώρα. Ρωτάει αν θα πάω για μπάνιο. Τι να πω; Πήγα, και έκανε πως τάχα με πήρε τυχαία. Αυτό το τυχαίο είχε κάτι χτισμένο. Όλη η μέρα στη θάλασσα τράβαγε, ώρα τη ώρα, κουβέντα τη κουβέντα, κι όσο μιλάγαμε ήταν λες κι ερχόμασταν πιο κοντά κι ας μην τολμούσαμε τίποτα. Παίζανε βλέμματα τόση ώρα, που άρχισα να σκέφτομαι ότι κάπου θα σπάσει το πράγμα.
Εκεί άρχισε η ιστορία. Δεν είναι πως φιληθήκαμε δίπλα στους άλλους, όχι· ούτε θυμάμαι τι είπαμε. Κάτι είπα για το νερό, πως έχει ακόμη ψύχρα – «κάνει καλό, αν το συνηθίσεις.» Μου χαμογέλασε τότε, απ’ αυτά τα αληθινά, που δεν τολμάει να σου δώσει κανείς εύκολα. Κι εκεί που σηκώθηκα να φύγω, σταματά δίπλα μου, με αγγίζει όλος τυχαίος δήθεν στην πλάτη – καλοκαίρι, γυμνός απ’ το νερό – και ήταν σαν ηλεκτρισμός. Καθαρός, καλοκαιρινός. Με κοίταζε ξανά κατάματα και, μια φορά, δεν κοίταξα αλλού.
Το βράδυ βρεθήκαμε (λες και ήταν συνεννοημένο) στη μικρή ταβέρνα πάνω στη στροφή, εκεί που φυσάει το μελτέμι. Καθίσαμε πίσω πίσω μόνοι. Ήπιαμε λίγο, γελάσαμε, μου είπε δυο πράγματα για τη ζωή της, τα παλιά της – τα μισά μούφα, τα άλλα μισά φοβισμένα κι ωραία. Εγώ της είπα πως άφησα πίσω και σχέσεις και φιλίες και όλα. Δεν έκανε κανένα σχόλιο, μόνο με άκουγε στ’ αλήθεια.
Κάποια στιγμή, περασμένα μεσάνυχτα, λέει «Έλα, πάμε να δούμε τη θάλασσα». Έφυγα μαζί της. Κόσμος λίγο, φώτα στο βάθος, κάτσαμε σε μια βάρκα παρατημένη. Σιωπή πολλή – εκείνα τα λεπτά που δε χρειάζεται να μιλάς. Εντάξει, είχε μια νευρικότητα η ατμόσφαιρα, σαν κάτι να έτρεχε από κάτω μας που δεν ήθελε να το παραδεχτεί κανείς.
Γύρισα και την κοίταξα χαμηλά, και τότε ένιωσα την ανάσα της πλάι στο αυτί. Δεν ήξερα αν θέλει να με φιλήσει ή να μου πει κάποιο μυστικό. Ακούμπησε το χέρι της στο γόνατό μου. Νιώθω τον παλμό της, βλέπω τη φλέβα της στο λαιμό να χτυπάει. Ανακάθισα λίγο, ήρθε πιο κοντά. Μύριζε θάλασσα και λεμόνι, δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς.
Τότε το χέρι μου βρήκε το δικό της ξανά. Σφίγγει λίγο, δεν τραβιέται. Καταλαβαινόμαστε κουβέντα χωρίς λέξεις. Έγειρα, αγγίζω το πρόσωπό της και σα να παγώνει ο χρόνος – εκεί έγινε το πρώτο φιλί. Όχι βιαστικό. Κάτι σαν υπόσχεση. Θυμάμαι ακόμα πώς έτρεμε στα δάχτυλά μου.
Εκεί εκείνο το βράδυ κύλησε μια ώρα έτσι, μισό αγκαλιά, μισό σιωπή. Μιλούσαμε ψιθυριστά γιατί ησυχία από παντού, και γύρω γυρίζανε μυστικά. Δεν έφυγα αμέσως, κάτσαμε ως αργά, ώσπου να νιώσουμε κρύο. Ύστερα ξαναβρεθήκαμε άλλες δυο φορές: κάθε βράδυ στη βάρκα, κάθε μέρα λίγο πιο τολμηροί, αλλά πάντα κρυφά, κάπως σα να φοβόμασταν να χαλάσουμε τη μαγεία.
Δεν τελείωσαν όλα με έρωτα στο κρεβάτι – όχι. Ήταν από αυτά τα καλοκαιρινά που δεν πάνε παρακάτω έτσι απλά. Λίγο πριν φύγω, έμεινα μόνος στο λιμάνι να τη βλέπω να φεύγει πρώτη, με το πλοίο. Φώναξε το όνομά μου, μόνο μια φορά και χαμηλόφωνα, κι έγνεψε, αν θα ξανανταμώσουμε. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να πω. Αλλά εκείνες οι νύχτες στη βάρκα – αυτές τις κράτησα από εκείνο το καλοκαίρι περισσότερο κι απ’ όλα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.