Ερωτικές Ιστορίες – Μια νύχτα χωρίς σκοπό με τη Μαρία

Δεν ήμουν ποτέ ο άνθρωπος που ψάχνει μεγάλους έρωτες. Ξέρεις, ήμουνα πάντα πιο πολύ της συνήθειας. Μόνιμος στα ίδια στέκια, με τους ίδιους φίλους, κι αν τύχαινε να γνωρίσω κάποιον, συνήθως ήταν πάνω σε μια μπύρα και με χαλαρή κουβέντα, τίποτα το σπουδαίο. Όμως εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη, που ’κανε ψύχρα και μύριζε καμένο ξύλο στα στενά της γειτονιάς, κάτι έγινε που μ’ άλλαξε — τουλάχιστον για λίγο.

Ήμουν με τον Θωμά σ’ ένα στέκι στην πλατεία. Αράζαμε, λέγαμε τα δικά μας, όταν μπήκαν εκείνες οι δύο κοπέλες. Τη μια τη θυμάμαι λίγο θολά, δεν την κοίταξα πολύ. Η άλλη, όμως… Η Μαρία. Ψηλή, μαυρομάλλα, με βλέμμα που δεν ήξερα αν μου ’χανε θυμό ή απλά έπαιζε. Χαμογελούσε με τον τρόπο που δεν σε κοιτάει ακριβώς, αλλά το ξέρεις πως σε βλέπει. Εκείνο το χαμόγελο έμεινε καρφωμένο στο μυαλό μου όλο το βράδυ.

Βρέθηκαν να κάθονται στο διπλανό τραπέζι. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα, μόνο κάτι βλέμματα, έτσι παιχνιδιάρικα, σαν παιδί που κάνει ζαβολιές και δεν θέλει να το πάρεις πρέφα. Εγώ κάθε τόσο την κοίταζα δήθεν τυχαία, κι εκείνη κάτι ήξερε, γιατί, όταν την κοιτούσα, με κοιτούσε επίτηδες λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω απ’ το κανονικό. Η ατμόσφαιρα είχε μια ένταση που δεν την έχω ξανανιώσει. Τα γέλια τους, ο ήχος από τα ποτήρια, όλο το μαγαζί γύρω μας, κι εμείς λες και μιλάγαμε χωρίς λόγια.

Όταν σηκώθηκαν να φύγουν, με πλησίασε. Ήρθε κοντά μου, “μόνο φωτιά δεν έβγαλε η ματιά σου”, μου λέει και χαμογέλασε, αυτή τη φορά κανονικά, όχι κρυφά. “Πώς να μη βγάλει, με τέτοιο κρύο έξω”, της λέω χωρίς να το σκεφτώ. Σκάει στα γέλια. Μου δίνει το χέρι της, “Μαρία”, συστήνεται. “Άγγελος”, της λέω. Εγώ δεν ήξερα πού να σταθώ, ένιωθα λίγος, αλλά ταυτόχρονα σαν έφηβος πρώτης φοράς. Πρότεινε να πάμε για περπάτημα, ήταν αργά, όμως το μαγαζί έκλεινε κι ούτε το σπίτι είχα όρεξη να γυρίσω.

Περπατήσαμε στα στενά, μιλήσαμε περισσότερο με παύσεις και βλέμματα παρά με λόγια. Κάτω από τις κολώνες με τα πορτοκαλί φώτα, το φως έπεφτε σπασμένο, κι εκείνη κλωτσούσε πετραδάκια στο δρόμο. Σταθήκαμε μπροστά σε μια παλιά πόρτα με φθαρμένη μπογιά. “Πάει καιρός που δεν έχω περπατήσει νύχτα χωρίς σκοπό”, της λέω. “Αυτό είναι το νόημα”, μου είπε. “Να μην έχεις πάντα σκοπό”.

Εκείνο το βράδυ τα πάντα γύρω μου ήταν διαφορετικά. Κρύωνα λίγο, αλλά δεν το ένιωθα. Ήμουν στημένος δίπλα της και κάθε τόσο έτριβα τα δάχτυλά μου. Εκείνη, κάποιες στιγμές, μου έριχνε βλέμματα λες και κάτι ήθελε να πει και κολλούσε στα μισά. Φτάσαμε σε μια πλατεία σχεδόν άδεια. Καθήσαμε σε ένα παγκάκι που μόλις ίσα-ίσα χωρούσαμε οι δυο μας. Εκείνη είχε σηκώσει το γιακά της, κι εγώ προσπαθούσα να πω κάτι – κάτι να σπάσω τη σιωπή – αλλά τα λόγια κόβονταν στη μέση. Ακούγονταν μόνο βήματα και κάποια αργά αυτοκίνητα από μακριά.

Με μια ξαφνική κίνηση, γύρισε προς το μέρος μου και έβαλε το χέρι της στο δικό μου. Αγγίχτηκαν τα δάχτυλά μας πρώτα διστακτικά — σαν να δοκιμάζουμε το ηλεκτρικό που μας συνδέει. Μετά όλο και πιο σίγουρα. Λίγο να την πλησίασα, εκείνη έγειρε προς το μέρος μου. Δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς… σαν να σταμάτησαν όλα γύρω μας, σα να μη με ένοιαζε τίποτα εκείνη τη στιγμή. Πρώτη φορά δε σκέφτηκα “και τώρα τι;”. Αφέθηκα.

Το πρώτο φιλί ήρθε γλυκά, χωρίς να πιέσεις τίποτα, ούτε να προβλέψεις το επόμενο δευτερόλεπτο. Μετά όλα ήταν πιο απλά. Την κρατούσα από το χέρι, ένιωθα το βάρος της να ακουμπάει πάνω μου κι εκείνη χαμογελούσε λίγο με κλειστά μάτια. Δεν μπορώ να πω πως εκείνη τη νύχτα έγινε τίποτα φοβερό ή κινηματογραφικό, ούτε ζήσαμε καμιά ζαλάδα από πάθος. Αλλά κάθε στιγμή κρεμόταν πάνω στην επόμενη. Ένα βλέμμα, μια ανάσα, ένα άγγιγμα στο μάγουλό της, εκείνη η ζεστασιά του σώματός της που ένιωθα κάτω από το παλτό.

Πήγαμε μαζί μέχρι το σπίτι της. Δεν ανέβηκα, ούτε το σκέφτηκα. Εκεί, στην είσοδο, ακουμπήσαμε τα μέτωπά μας, μιλήσαμε χαμηλόφωνα, υποσχεθήκαμε να τα ξαναπούμε – κι εννοούσαμε και οι δύο κάτι περισσότερο από ένα τυπικό “καληνύχτα”. Μου κράτησε το χέρι αρκετή ώρα πριν μπει μέσα. Περπάτησα πίσω στο παρκάκι, άναψα τσιγάρο και χαμογέλασα στον εαυτό μου. Ψιθύρισα δυνατά, “μάτια μου εσύ, πού βρέθηκες;”.

Τη Μαρία την ξαναείδα, κι αυτή η ενέργεια μεταξύ μας κράτησε καιρό, με όλα τα πάνω και τα κάτω της. Δεν έγινε αυτό που λένε “μεγάλος έρωτας”, αλλά έγινε ένα κομμάτι μου που, κάθε φορά που κάνει ψύχρα και περπατάω μόνος στους δρόμους, μου θυμίζει ότι μπορώ ακόμα να ξαφνιαστώ. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, ένα χέρι ζεστό – αυτά είναι τα σημαντικά, τελικά.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Άγγελος.