Ερωτικές Ιστορίες – Μια νύχτα που άλλαξε τον Νίκο και τη Λίνα

Θέλω να σου τα πω όπως ακριβώς τα θυμάμαι, να δεις κι εσύ πώς μπορεί μια βραδιά να σου αλλάξει λίγο το μέσα σου, κι ας μοιάζουν στην αρχή όλα απλά, λίγο κουρασμένα, λίγο καθημερινά.

Εκείνη τη μέρα, ήμουνα κουρασμένος απ’ τη δουλειά, ζόρια στη φάμπρικα, τα κλασικά, και σπίτι άδειο, μόνο ο θόρυβος απ’ το ψυγείο. Είχα πει, δε θα βγω, θα μείνω μέσα, όμως να που χτύπησε το τηλέφωνο – ο Παναγιώτης: «Έλα ρε, κατεβαίνεις σήμερα για μπύρες, να πιούμε, να τα πούμε, μην τα βάλεις όλα πάλι μέσα σου». Είπα ναι, έτσι χωρίς να το σκεφτώ.

Βγήκα λοιπόν, πιάσαμε τραπέζι στη “Γωνιά”, ήρθαν κι άλλοι, κουβέντα, τσιγάρο, αστεία. Κάποια στιγμή, σκάει στο μαγαζί η Λίνα. Η Λίνα, χρόνια τη βλέπω στην πλατεία, φίλη από φίλους, έτσι, ένα γεια πιο παλιά πιο διστακτικό, τους τελευταίους μήνες λίγο πιο ζεστό. Εκείνη τη νύχτα ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Είχε κάτι στο βλέμμα της, μια ησυχία, αλλά είχε και κάτι σαν σπίθα, που δεν το εξηγείς με λόγια, το νιώθεις μες στη νύχτα.

Βρεθήκαμε να μιλάμε για ώρες, σα να ήταν μόνο δύο μας σ’ όλο το μαγαζί. Ήταν κοντά μου, ένιωθα τον ώμο της να ακουμπάει τον δικό μου πότε πότε. Καμιά φορά γελούσε και έκλεινε τα μάτια, και έτσι όπως τα άνοιγε ξανά, με κοίταγε επίμονα, σαν να ψάρευε τι θ’ απαντήσω, τι θα κάνω μετά απ’ αυτό το γέλιο το βαθύ. Με τα φώτα χαμηλά, τα πρόσωπα χάνονταν, αλλά η φωνή της… κάθε λέξη που έλεγε με έβρισκε – σαν να μπερδευόταν με το μισόφωτο και να τρύπωνε σε μένα.

Στην αρχή ήμουνα κουμπωμένος, μην κάνω καμιά βλακεία, να μη ρεζιλευτώ. Αλλά σιγά σιγά η οικειότητα άνοιξε σαν πόρτα διάπλατη. Ήπιαμε, κάναμε άλλον ένα γύρο, οι φίλοι με τα δικά τους, εμείς με τα δικά μας. Σε μια φάση πηγαίνουμε μαζί έξω για τσιγάρο, έτσι πιο ήσυχα. Νύχτα ζεστή, κόντευε τρεις. Σταθήκαμε δίπλα δίπλα στο πεζοδρόμιο – ένα κλικ πιο κοντά απ’ ό,τι συνήθως.

Έκανε αυτή την κίνηση, έβαλε τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά της, ίσα που να τ’ ανακατέψει, και μετά με κοίταξε ευθεία, χωρίς χαμόγελο. Η σιωπή εκεί, βαριά, γεμάτη, αλλά δεν ήταν άβολη. Ήταν απ’ αυτές τις σιωπές που λες, «αν πω κάτι τώρα, αλλάζει όλα». Τόσο δα ήταν. Μου πιάνει το χέρι, απλά, σαν να το ‘χει ξανακάνει, κι εγώ δεν το μάζεψα.

Περπατήσαμε μέχρι λίγο πιο κάτω. Ούτε φίλοι, ούτε εραστές, κάπου ενδιάμεσα, με μια αμηχανία παιδική, αλλά και μια έλξη τρελή. Εκεί, στο δρόμο, κάτω από το κίτρινο φως της λάμπας, με φίλησε ήσυχα — αυτό το φιλί που πρώτα σε φρενάρει, να μην το χαλάσεις, κι ύστερα έρχεται όλο κάψα και λαχτάρα. Δεν ξέρω αν τα λόγια μπορούν να σου πούνε πώς ένιωσα. Ήταν αυτό το «κάτι» που λείπει και το βρίσκεις ξαφνικά μπροστά σου, τόσο απλό, τόσο ζεστό. Το αγκάλιασμα της, το χαμόγελο εκείνη τη στιγμή… ένιωσα όλος να λιώνω από μέσα μου.

Μετά ήρθε το αργό περπάτημα ως το σπίτι της. Κανείς δεν μίλαγε σχεδόν, μονάχα οι ανάσες, λίγο ακανόνιστες, και τα χέρια που σφίγγαν όλο και πιο δυνατά. Μπήκαμε μέσα αθόρυβα — σαν να ‘μασταν μυστικοί, σαν παιδιά που κάνουν σκασιαρχείο και δεν πρέπει να τους πάρει είδηση κανείς. Το φως χαμηλό, το δωμάτιο μυρωδιά απ’ τη νύχτα και λίγη λεβάντα άγνωστη. Εκεί, στο ξένο κρεβάτι, νιώθεις λίγο παράξενα, μα ταυτόχρονα, έχεις μια ήσυχη σιγουριά πως είναι η ώρα σου. Τα χάδια ντροπαλά στην αρχή, τα βλέμματα μιλούσαν μόνα τους, κάθε φορά που πήγαινε να με κοιτάξει χανόμουν – μια ένταση που δεν λέγεται, μόνο τη ζεις, στο μούδιασμα του αγγίγματος.

Δεν θέλω να πω πολλά για εκείνη τη νύχτα. Μόνο πως όλα κύλησαν σαν μουσική σιγανή, τίποτα βιαστικό, τίποτα χυδαίο. Ήμασταν δύο άνθρωποι σιωπηλοί που ψάχναμε χώρο να ζεσταθούμε, κι ίσως λίγο να ξεχαστούμε απ’ τα υπόλοιπα.

Ξυπνήσαμε μαζί το πρωί, στον ήλιο που έμπαινε απ’ το μισάνοικτο παράθυρο. Δεν είπαμε πολλά. Μονάχα που είχε μπει στο δικό μου φως, κι εγώ στο δικό της, μου χαμογέλασε και μ’ άγγιξε στον ώμο, όπως μου ‘πιασε το χέρι το πρώτο βράδυ. Ήξερα τότε πως όσο κι αν δεν ξέρω τι θα γίνει παρακάτω, εκείνο το βράδυ το πήρα μαζί μου – το έχω ακόμα φυλαχτό.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.