Ερωτικές Ιστορίες – Μια νύχτα με την Ειρήνη στην Αθήνα

Δεν ξέρω αν έχεις βρεθεί ποτέ σε κείνη τη φάση που περπατάς στους δρόμους της Αθήνας σούρουπο, και όλη η πόλη σου μοιάζει πιο ζεστή, πιο ζωντανή, επειδή κουβαλάς μέσα σου μια σκέψη, μια προσμονή. Εγώ εκείνη τη μέρα ήμουνα ακριβώς έτσι—είχα ήδη βγει από το μετρό στη Βικτώρια, κρατούσα τα κλειδιά στην τσέπη, και στα χέρια ένα πακέτο τσιγάρα που κράταγα μονάχα για τις έκτακτες στιγμές. Μια τέτοια στιγμή ήταν κι αυτή, ας πούμε.

Την Ειρήνη τη γνώρισα εντελώς τυχαία. Η φίλη μου η Κατερίνα μας σύστησε σ’ ένα πλακάκι καλοκαιριού, εκείνο το βράδυ που όλη η παρέα είχε μαζευτεί στα Εξάρχεια. Ήτανε απ’ αυτές τις γυναίκες που δεν τις λες όμορφες με τον συνηθισμένο τρόπο. Είχε μαλλί κοντό, μαύρο, αλλά τα μάτια της… κάτι πράσινες γραμμές γύρω από το καφέ της ίριδας, λες και κάποιος είχε καθίσει να τα ζωγραφίσει. Στην αρχή δεν πολυμιλήσαμε—ήμασταν ανάμεσα σε κόσμο, παρέες, ποτήρια και κουβέντες. Θυμάμαι μόνο ότι στο τρίτο ποτό, εκεί που γέλασε με ένα αστείο της Κατερίνας, είχε πιάσει το χέρι της φίλης μου κι εκείνη τη στιγμή, τα δάχτυλά της αγγίξανε και τα δικά μου, για μισό δευτερόλεπτο. Κι εγώ, λες και κάηκα, τραβήχτηκα σχεδόν αμέσως, αλλά μέσ’ στο μυαλό μου μπήκε η σκέψη: «Αυτή η γυναίκα μου άρεσε».

Πέρασαν βδομάδες που δεν ξαναείδα την Ειρήνη. Μέχρι που ήρθαν τα γενέθλια της Κατερίνας, και να τη πάλι, μπροστά μου—μ’ ένα φόρεμα που της πήγαινε, με αρώματα που θύμιζαν λουλούδια και λίγο μπράντι. Εκείνο το βράδυ μπλέξαμε σε συζήτηση για ταινίες, ύστερα μουσική, μετά ζώδια—και στο τέλος τυχαία βρεθήκαμε να καπνίζουμε μαζί στο μπαλκονάκι. Ήταν από εκείνες τις ελάχιστες νύχτες που έβλεπες την Αθήνα στα πόδια σου να ανασαίνει, κι εμείς οι δυο ακουμπισμένοι στα κάγκελα, μες τη ρετρό παρέα, να νιώθουμε ότι μέσα στη φασαρία, έρχεται μια σιγανή σιωπή ανάμεσά μας. Ρούφηξα τη γουλιά μου, εκείνη ένα χάδι τσιγάρου και, καθώς γύρισε να με κοιτάξει, το βλέμμα της με κόλλησε. Δεν είπε τίποτα παραπάνω—μα το βλέμμα έλεγε, «Θέλω να σε μάθω», ή κάτι μέσα σ’ αυτό το νόημα.

Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά στο τέλος της βραδιάς την πήγα σπίτι της. Ήταν αργά, περπατήσαμε το μισό δρόμο. Μιλάγαμε, γελούσαμε, μα και σωπαίναμε. Σαν να ήταν η σιωπή μας πιο γεμάτη από όλες τις κουβέντες της βραδιάς. Όταν φτάσαμε απέξω απ’ την πόρτα της, άναψε τα κίτρινα φώτα του δρόμου και τα μαλλιά της φάνηκαν σαν φωτοστέφανο. «Θες να ανέβεις για έναν τελευταίο καφέ ή ό,τι άλλο;», μου πέταξε κι έσκασε στα γέλια. Εγώ δεν άργησα να απαντήσω. Ανέβηκα.

Το σπίτι της είχε γερασμένες ξύλινες πόρτες, μικρές πικάντικες μυρωδιές από αρωματικά λάδια, και πολλά βιβλία θησαυρό. Άφησε το παλτό της σε μία καρέκλα και κάθισε απέναντί μου στον καναπέ. Ήπιε λίγες γουλιές από το κρασί που είχε ξεχάσει απ’ την προηγούμενη φορά. Εγώ δεν ζήτησα κράσι, προτίμησα να μεθύσω με το βλέμμα της.

Κι εκεί, κάπου ανάμεσα σε τρίλεπτες κουβέντες και χαμηλωμένα φώτα, η Ειρήνη άπλωσε το χέρι απαλά, αθόρυβα, και ακούμπησε τα δάχτυλά της στον καρπό μου—εκεί που χτυπάει ο σφυγμός. Δυνατός, νευρικός. Κοίταξα τα δάχτυλά της πάνω μου κι ένιωσα ένα ρεύμα να μου διαπερνά τη σπονδυλική στήλη. «Είσαι πολύ ήσυχος, εσύ», μου ψιθύρισε, κι εγώ χαμογέλασα. Δεν είπα τίποτα άλλο—είπα μόνο «Μπα, απλά σε παρακολουθώ». Και τότε πλησιάσαμε χωρίς να το σκεφτούμε παραπάνω.

Την πρώτη στιγμή που τα πρόσωπα μας πλησίασαν, μείναμε λίγα εκατοστά μακριά—ούτε φίλημα, ούτε άλλο τίποτα, μόνο να ακούμε την ανάσα ο ένας του άλλου. Έσκυψε και ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό μου. Εκείνη τη στιγμή, δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο. Ούτε η πόλη, ούτε τα προβλήματα, ούτε ο χρόνος που περνούσε. Μόνο αυτή η ανάσα, αυτό το αόρατο νήμα που είχε πλεχτεί ανάμεσά μας.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς προχώρησαν τα πράγματα εκείνο το βράδυ. Οι κινήσεις ήταν αργές, προσεκτικές, λες και είχαμε όλη τη νύχτα να ανακαλύψουμε ο ένας τον άλλον. Με τα φώτα χαμηλωμένα και τα σεντόνια να μυρίζουν καθαριότητα, ήταν όλα πιο απλά. Δε θυμάμαι τα λόγια, θυμάμαι μόνο χέρια, αγκαλιές και εκείνο το βλέμμα—αυτό το βλέμμα που σε γδύνει, χωρίς να σε βιάζει.

Την επόμενη μέρα, ξύπνησα πριν από εκείνη. Κοίταξα για λίγο το ταβάνι, κι ύστερα γύρισα να την κοιτάξω να κοιμάται. Όλο το σπίτι είχε μια ησυχία, πολύτιμη σαν κόσμημα. Έμεινα ακίνητος για αρκετά λεπτά. Ούτε εγώ δεν ήξερα αν την ήθελα για μια φορά ή για συνέχεια. Το μόνο που ήξερα ήταν πως εκείνη τη στιγμή ήθελα να μείνω δίπλα της.

Τελικά, αυτή ξύπνησε, μου χαμογέλασε νυσταγμένα, κι έγιναν όλα πιο απλά απ’ όσο τα φοβόμουνα. Φτιάξαμε καφέ, χαζέψαμε μέσα απ’ τα παράθυρα τους ανθρώπους που περνούσαν στην αυλή, και δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο να πούμε. Και ξέρεις τι; Δεν με νοιάζει αν εσύ που ακούς αυτή την ιστορία θες δράματα, ούτε μεγάλες ανατροπές. Γιατί κάποιες φορές, αυτό που μένει είναι τα απλά—δυο χέρια που βρίσκονται, δυο βλέμματα που ανταμώνουν, και μια αναπνοή που κόβεται στιγμή στιγμή, απ’ τον πόθο ή τη χαρά.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.