Ερωτικές Ιστορίες – Η σιωπηλή έλξη του Σπύρου και της Άννας

Δεν ήμουν ποτέ από τους τύπους που θα σου κάνουν εντύπωση με την πρώτη. Δε φοράω ακριβά ρούχα, δε μιλάω δυνατά, ούτε κάνω μαγκιές για να γελάσουν οι άλλοι. Στη δουλειά περνάω σχεδόν απαρατήρητος, σπίτι μου με περιμένει ο σκύλος, κι άντε καμιά φορά παίζει να με θυμηθεί η μάνα μου στο τηλέφωνο. Αυτά. Ήρεμη ζωή. Ώσπου ήρθε η Άννα στο γραφείο, και μέσα σε μια βδομάδα γκρέμισε όλη μου τη σταθερότητα σαν πύργο από τραπουλόχαρτα.

Εγώ, τριάντα έξι χρονών τότε. Εκείνη, λίγο μικρότερη, μα με μάτια που έμοιαζαν πιο μεγάλα κι απ’ τα καλοκαίρια τα ίδια. Τα πρώτα πρωινά την έβλεπα να κάθεται στον καναπέ της ρεσεψιόν, με τα χαρτιά και το καφέ μπροστά, να χαμογελάει στον καθένα –ακόμα και σε μένα– και μου ‘ρχόταν να γυρίσω πίσω στο σπίτι να ξανακοιμηθώ, να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν έχασα το τρένο της ζωής μου νωρίς.

Ήταν όμως κάτι αυτές οι σιωπές που πιάνανε όταν μέναμε μόνοι. Δυο λεπτά στο ασανσέρ, δέκα βήματα στο διάδρομο. Κάθε φορά μου φαινόταν κι αιώνας. Εκείνη κι εγώ, κι ανάμεσά μας μια ηλεκτρισμένη ησυχία, σαν τον αέρα πριν το μπουρίνι. Κι όταν τολμούσα να την κοιτάξω, κουλουριαζόμουν πάλι μέσα στο παλιό μου καβούκι. Αλλά ήρθε η μέρα –και πώς να το ξεχάσω– που ήπια παραπάνω απ’ όσο άντεξα στο απογευματινό του γραφείου.

Βράδυ, μαζεμένοι όσοι είχαν αντοχές. Κάποια στιγμή βγήκαμε, εγώ κι εκείνη, στο πεζοδρόμιο για τσιγάρο. Με πλησίασε τόσο, που μου ‘κοψε την ανάσα το αρώμά της. Το χέρι της χτύπησε άτσαλα τον ώμο μου και γέλασε λέγοντας “Είσαι αστείος, ρε Σπύρο”. Κι εγώ εκεί, ανίκανος να αρθρώσω λέξη, ένιωσα απλά το σώμα μου να τραντάζεται σ’ ένα κύμα που δε σταματούσε.

“Έχεις καταλάβει ότι σε προσέχω;” ρώτησε ξανά, χαμηλόφωνα αυτή τη φορά. Της απάντησα με το βλέμμα –δεν μπορούσα να μιλήσω, κι ας είχα τόσα να πω. Ένιωσα την παλάμη της να έρχεται διστακτικά πάνω απ’ τη δική μου, κάπως αδέξια μα αληθινή, κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δε σ’ αγαπάει απαραίτητα όποιος σου κάνει παχιά λόγια. Μερικές φορές, φτάνει αυτή η σιωπή κι ένα ελαφρύ άγγιγμα.

Δεν είπαμε πολλά άλλα εκείνο το βράδυ. Πήγαμε μαζί μέχρι το μετρό, τα βήματά μας σχεδόν ταιριαστά στον ρυθμό της πόλης που κοιμόταν. Λίγο πριν χωριστούμε, γύρισε, με κοίταξε βαθιά –όχι βιαστικά, σαν να με σκάλιζε ως μέσα μου– και μου είπε απλώς: “Μην αργήσεις”. Μετά χώθηκε στο βαγόνι της και χάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα. Εγώ κρύωνα ξαφνικά. Μα δεν ήταν το βράδυ, ήταν αυτό το καινούριο πράγμα που χτιζόταν στα μουλωχτά.

Την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά σαν πρωτάρης. Όλη τη μέρα αντάλλαζα κάτι κρυφά μηνύματα μαζί της, κάτι ασήμαντα φαινομενικά, μα για μένα ήταν σαν πρώτο φιλί. Λίγο πριν σχολάσουμε, βρεθήκαμε τυχαία –τάχα μου– στο αρχείο. Γέλαγε με ένα χαρτί στο χέρι, σκοντάφτοντας σχεδόν πάνω μου· το γέλιο της μου έδωσε θάρρος που δε μ’ είχα ικανό. Της χάιδεψα το μάγουλο – δειλά, σαν να μην είμαι εγώ – και είδα τα μάτια της να κλείνουν για ένα δευτερόλεπτο, ίσα να χαρεί τη στιγμή.

Για ένα διάστημα παίζαμε αυτό το παιχνίδι του “είμαστε φίλοι” στους άλλους, και του “θα αντέξω να μην σε ακουμπήσω τώρα” στον εαυτό μας. Τα βράδια μιλούσαμε στο τηλέφωνο, όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με τις ανάσες μας –ψιθυριστά, σαν να φοβόμασταν μη σπάσουμε το ξόρκι. Και έφτασε ένα Σάββατο που έβρεχε ασταμάτητα, εκείνη με πήρε και μου λέει: “Έλα σπίτι μου. Θέλω να σε δω, χωρίς ρούχα γραφείου”.

Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, που φοβήθηκα θα το άκουγαν μέχρι την Καλλιθέα. Έξω μούσκεμα εγώ, χτυπάω το κουδούνι, ανοίγει –χωρίς μακιγιάζ, φόρμα, και μ’ ένα βλέμμα σίγουρο, αλλιώτικο. Εκείνη η στιγμή ήταν πιο αισθησιακή κι από όσα είχα φανταστεί. Καθίσαμε στον διθέσιο καναπέ της, ξαναβρήκαμε τη σιωπή μας –αυτή τη σκόπιμη, την πυκνή– κι αφήσαμε τα χέρια μας να μιλούν.

Της χάιδεψα τα μαλλιά, ένιωσα τη ζεστασιά του δέρματός της, το κεφάλι της ήρθε στον ώμο μου, και κάπως μπερδεύτηκαν τα χέρια με τα πόδια, τα μαξιλάρια με τα γέλια μας, και σκορπίστηκαν οι αποστάσεις. Δεν ήταν θέαμα για κινηματογράφο –ήταν μόνο δικό μας, ήσυχο, μα βαθύ κι αληθινό. Από αυτή τη βραδιά άλλαξε όλος ο κόσμος μου.

Κράτησε και δεν κράτησε. Ήταν λιγάκι σαν καλοκαίρι: δεν λες ποτέ από πριν ως πότε θα σε κρατήσει. Εμείς έτσι το ζήσαμε. Όσο διήρκεσε, ήταν κάτι που έριχνε ηλεκτρικό ρεύμα σε όλη μου την ύπαρξη, σα να ξυπνούσα κάθε πρωί αλλιώς. Κι όταν κάπου, σιγά σιγά, η καθημερινότητα άρχισε να μας ροκανίζει –μικρές ζήλιες, δυο διαφορετικές βάρδιες, κάτι τηλέφωνα αργά το βράδυ που δεν απαντούσε– εγώ δεν το κράτησα μανιάτικο. Προσπάθησα μόνο, κι όταν ήρθε εκείνο το ήσυχο τέλος, της χαμογέλασα και της είπα “Να περνάς καλά”, κι ένιωσα την καρδιά μου να σπάει, αλλά ταυτόχρονα και να φουσκώνει από πράγματα που ποτέ δεν πίστευα ότι θα ζήσω.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Σπύρος.