Τι να σου πω, ρε φίλε, από πού να το πιάσω και πού να το αφήσω… Μ’ αυτά, ξέρεις, δεν τα λένε εύκολα, αλλά εγώ ένιωσα να τα βγάλω από μέσα μου, να τ’ ακούσει κι άλλος άνθρωπος, μπας και ξαλαφρώσω. Γιατί, εντάξει, ερωτικά όλοι περνάμε, όλοι έχουμε σβήσει και λαλήσει, αλλά καμιά φορά τύχει και κάτι που σε ταράζει όλο, απ’ το μυαλό μέχρι τα γόνατα. Κάπως έτσι μου έσκασε κι εμένα.
Γενάρης ήταν, χειμώνας παγωμένος, κι εκείνο το βραδάκι καθόμουνα στο καφενεδάκι το μικρό στον Κεραμεικό. Είχα πιει κι ένα-δυο τσίπουρα πιο πριν στο στούντιο, για το ζέσταμα, και μετά τόν έπιασα τον εαυτό μου να καλοβλέπει μια κοπέλα. Ξέρεις, δεν ήταν τίποτα φανταχτερό, ούτε πολύ βαμμένη, ούτε ντυμένη να τραβάει τα μάτια – είχε αυτό το άγραφο, το αληθινό, σαν να μύριζες το πρώτο χώμα μετά τη βροχή.
Ήταν ξανθιά, αλλά όχι βαμμένη, με τα μαλλιά απλά πιασμένα σ’ έναν κότσο που του ξεφεύγαν κάτι φύτρες αστείες γύρω απ’ το πρόσωπο. Κρατούσε ένα βιβλίο κι ακουμπούσε τον καφέ μπροστά της, τάχα μου διαβάζοντας, αλλά άκουγε την κουβέντα από το τραπέζι δίπλα. Έριξα δυο-τρία διακριτικά βλέμματα, να τη ζυγίσω. Κάτι μέσα μου μού ‘λεγε: «Πήγαινε της, μη φοβάσαι». Ε, μην τα πολυλογώ, τούμπα το μαγαζί, τυχαία-τάχα, «συγγνώμη, έπεσε το γάντι μου, μπορώ να κάτσω λίγο εδώ που έχει φως;» Πιάνουμε κουβέντα.
Τη λέγαν Κατερίνα. Δεν ήτανε με καμιά παρέα, είχε βγει μόνη να ξεσκάσει. Μιλήσαμε κατευθείαν σαν να γνωριζόμασταν από παλιά – πρώτη φορά μου συνέβαινε αυτό. Έλεγε, έλεγα… κάναμε κάτι μικρές σιωπές, αλλά δεν ήταν από αμηχανία – πιο πολύ ήταν λες και άκουγε ο ένας την ανάσα του άλλου. Κι όταν ήπιαμε το δεύτερο καφέ, πήγε να σκουπίσει το στόμα της με τη χαρτοπετσέτα και τα δάχτυλά της ακουμπήσαν τα δικά μου πάνω στο τραπέζι, τυχαία. Εκεί πάγωσα. Ένιωσα τον ηλεκτρισμό μέχρι τη σπονδυλική στήλη. Η φωνή μου βγήκε αλλιώς, πιο μαλακή, πιο ζεστή.
Βγήκαμε έξω, δήθεν να τη συνοδέψω μέχρι τη στάση – κι ήταν από αυτές τις νύχτες που η πόλη είναι κρύα αλλά εσύ έχεις ανάψει. Τα βήματά μας συγχρονίστηκαν, λίγο πιο αργά απ’ το κανονικό, λες και το θέλαμε να καθυστερήσει εκείνη η στιγμή που θα φτάσει το λεωφορείο. Περπατήσαμε σιωπηλοί ένα στενό, μετά αναγκαστικά πιάσαμε τα χέρια – ξεκίνησε σαν αστείο, «μη γλιστρήσεις» τάχα μου με τα παπούτσια της, και με μιας το χέρι κούμπωσε στο δικό μου. Δεν ξέρω αν έχω νιώσει ποτέ πιο έντονα δυο δάχτυλα να μπερδεύονται. Ήταν σαν να βίδωσα με κάποιον κι η παλάμη να βρήκε το άλλο της μισό.
Γυρνάει, με κοιτάει, αυτό το βλέμμα που το νιώθεις να ψάχνει κάτω απ’ το δέρμα σου, να σε γδύνει χωρίς να κάνει τίποτα. Τα μαλλιά της μυρίζανε βροχή και ζεστό σαπούνι. Δεν μιλήσαμε. Μόνο αυτό το χάδι – ένα απαλό άγγιγμα στη μέση μου, εκεί που τελειώνουν τα πλευρά, σαν ερώτηση. Ανάσανα βαθιά, εκείνη στάθηκε μπροστά μου και μισόκλεισε τα μάτια, σαν να περίμενε. Το φιλί ήρθε σαν φυσικό πράγμα, τρυφερό, με λίγο γέλιο, και φύσηξε πάνω στα χείλια εκείνο το ρεύμα που ανοίγει την καρδιά σαν παραθύρι στην άνοιξη.
Δεν ξέρω πόση ώρα σταθήκαμε εκεί, ο ένας απέναντι στον άλλο, να φλερτάρουμε χωρίς λόγια, μόνο με ανάσες, με το στήθος να πέφτει πάνω στο στήθος, όσο μας πήγαινε μπρος πίσω η ανάγκη. Την έπιασα απ’ τη μέση, με πέρασε σιγά το χέρι της κάτω απ’ το μπουφάν μου, να νιώσει το δέρμα, κι εγώ έβαλα το πρόσωπό μου πάνω στην παλάμη της, για να χαθώ.
Τη ρώτησα: «Τι κάνεις τώρα;» Και μου απαντάει: «Εξαρτάται από εσένα». Μπήκαμε σ’ ένα μπαρ πιο κάτω, ήπιαμε ένα κρασί, δεν θυμάμαι τι είπαμε, μόνο τα βλέμματα θυμάμαι – κι αυτά που έμειναν ανάμεσά μας, ολόκληρα ποιήματα χωρίς λέξεις, να φωτίζουν τα πάντα. Ξέρεις… καμιά φορά λες, τι να τα κάνει τα μεγάλα λόγια ο άνθρωπος, άμα ξέρει να κοιτάει; Το χέρι μου χάιδευε τα γόνατά της κάτω απ’ το τραπέζι, εκείνη έπαιζε με το γιακά απ’ το πουκάμισό μου, κι όλο αυτό ήταν σαν να ακούγαμε το ίδιο τραγούδι μέσα στα κεφάλια μας.
Στο ταξί για το σπίτι μου, το χέρι της ήρθε ξανά στο χέρι μου, όμως αυτή τη φορά στάθηκε πιο πολύ, σιγά-σιγά, λες κι έκανε ορκίζομαι, λες κι έβαζε σφραγίδα. Μπήκαμε, τα φώτα χαμηλωμένα, γδύσιμα τίμια, αργά. Δεν θα πω λεπτομέρειες, αλλά ξέρω ότι κάναμε έρωτα σαν άνθρωποι πεινασμένοι, αληθινοί, τίμιοι, όχι με βιασύνη, με εκείνο το δισταγμό της πρώτης φοράς αλλά και μια ζεστασιά που μόνο όταν σε προσέχει κάποιος τη νιώθεις. Χωρίς να χαθεί κανείς, αλλά και χωρίς να βάζουμε φρένο, έτσι, ατόφια.
Όταν ξύπνησα το πρωί, η Κατερίνα είχε ήδη σηκωθεί. Δεν μιλήσαμε πολύ, μόνο ένα χαμόγελο κι ένα φιλί στον ώμο, κι αυτό ήταν. Άφησε ένα ραβασάκι πάνω στο τραπέζι, «Ευχαριστώ για τη νύχτα. Να προσέχεις», κι ένα μικρό σχεδιάκι σαν ήλιος με χαμόγελο.
Τώρα που λέω την ιστορία, δεν ξέρω αν ψάχνω να ξαναζήσω κάτι τέτοιο, ή αν αυτό φορούσε μόνο εκείνη τη στιγμή. Μερικές φορές, οι καλύτερες νύχτες είναι αυτές που δεν χρειάζονται άλλο – στέκονται μόνες τους, φως ζεστό που σου μένει μέσα, όπως το φως τα βράδια του χειμώνα στη μικρή Αθήνα.
Αυτά έζησα, και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.