Θα σου πω μια ιστορία δικιά μου, κι άμα βρεις μέσα κάτι δικό σου ή γνώριμο, να ‘ξέρεις, όλα μέσα στη ζωή είναι.
Ήταν Μάης μήνας, είχαν ζεστάνει οι μέρες κι εγώ δούλευα τότε σ’ ένα μικρό καφενείο, πίσω από τη Μαρίνου Αντύπα – εκεί που πάνε αυτοί που δεν τα αντέχουν τα πολλά φώτα και τον κόσμο. Μέρα-νύχτα τρεχάλα, αλλά τί να κάνεις, τέτοια ήταν η ζωή μου τότε.
Είχα περάσει και κάτι δύσκολα, κάτι χωρισμούς που σε αφήνουν χωρίς ανάσα, όχι πως είμαι ο μόνος, αλλά λέω, για να καταλάβεις σε τι φάση ήμουν. Τότε εμφανίζεται η Μυρτώ. Πρώτη φορά που μπήκε απ’ την πόρτα, ούτε γεια σωστό δεν είπε — κάθισε γωνία κι άρχισε να χαζεύει απ’ το παράθυρο. Μελαχρινή, αδύνατη, μ’ έναν τρόπο όμορφη που σε κάνει να στέκεσαι μισό δευτερόλεπτο παραπάνω να την κοιτάξεις.
Την παρατήρησα, αλλά δεν έδωσα πολύ σημασία – είχα και τα πιατάκια μου, τις παραγγελίες να βγάλω. Τη δεύτερη μέρα που ήρθε, άρχισε να μου μιλάει. Τίποτα σπουδαίο, κάτι κουβέντες για τον καιρό. Μέχρι που – δεν το ‘χω να γίνομαι φίλος με τους πελάτες – αλλά εκείνη σα να το ήθελε, με έβαλε σιγά-σιγά στο παιχνίδι.
Τις επόμενες μέρες ήρθε κάθε μέρα. Έκανε πάντα κάτι περίεργο: άφηνε το χέρι της να αγγίζει επίτηδες το τραπέζι λίγο παραπάνω, χαμογελούσε στο καφέ, σαν να ‘ταν το πιο σπουδαίο πράγμα σ’ όλο τον μαχαλά. Τη μία απόγευμα είχε μείνει τόσο ως αργά, που ήμουν μόνος μου μέσα κι απλά κάθισε δίπλα μου στη μπάρα. Ήπιαμε μαζί δυο βότκες, έτσι όπως γυρνάνε το φως του δρόμου από το μπουκάλι.
Άλλη μιλούσε, άλλη σκέψη είχε το βλέμμα της. Εγώ είχα καταλάβει, αλλά κεφάλι κάτω – όχι γιατί ήμουν άγιος, μόνο που είχα πονέσει πολύ και φοβόμουν. Εκείνη ήξερε, το ένιωθα. Σκεφτόμουν με τον τρόπο που γελούσε, ήταν σαν να χαϊδεύεσαι πριν το κάνεις πράξη. Μια φορά θυμάμαι, της λέω: “Τι ψάχνεις εδώ, Μυρτώ;” Μ’ έπιασε το χέρι απότομα. Σου ‘πα, δεν συνηθίζω τέτοια, αλλά μ’ έπιασε ζαλάδα – αντανακλαστικό, δεν ξέρω.
Δε μίλησε. Έκατσε κοντά μου, τόσο κοντά που άκουγα την αναπνοή της να ανεβαίνει και να κατεβαίνει πιο γρήγορα. Κλείσαμε το καφενείο και φύγαμε μαζί στους δρόμους. Άδεια πόλη, ελαφρύ αεράκι, μόνο τα γέλια μας ακούγονταν και τα βήματά μας στο πεζοδρόμιο. Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι δίπλα στη θάλασσα, στον φάρο. Δεν άγγιζα – μόνο κοίταζα την αντανάκλαση των φώτων στο νερό και το προφίλ της σαν σκιά.
Γύρισε και με κοίταξε, κατευθείαν στα μάτια – αυτό το βλέμμα της ήταν όλο το θέμα. Τα φρύδια της σήκωσαν λίγο και νόμισα πως θα μου πει κάτι βαρύ. Αλλά έμεινε σιωπή. Πέρασε πολλή ώρα έτσι – δυο χέρια σχεδόν να ακουμπάνε, μια σιωπή λες και όλος ο ήλιος της νύχτας έπεφτε ανάμεσά μας. Την ένιωθα πως ήθελε να με αγγίξει, αλλά περίμενε και κάτι από μένα. Δεν άντεξα, της χάιδεψα δειλά το χέρι. Ανατρίχιασε — ή το ‘κανα εγώ αυτό, ή το ‘κανε η στιγμή.
Δεν κάναμε τίποτα εκείνο το βράδυ, μόνο κατεβήκαμε αργά προς τη γειτονιά και με άφησε τρία στενά παρακάτω, πριν τη δική της πόρτα. Ένιωθα τα μάγουλά μου κόκκινα, λες και ήμουνα δεκαεπτά χρονών, πρώτη φορά ερωτευμένος.
Τις επόμενες μέρες η ένταση μεγάλωσε, ήταν σαν να χτίζαμε μέσα στα βλέμματα αυτά που δεν τολμούσαμε να πούμε ή να κάνουμε κατευθείαν. Στην κυριολεξία, λόγος δεν γινόταν για κινήσεις φανερές. Ένα βράδυ έβγαλα το καφενείο μόνος μου κι εκείνη έμεινε τελευταία πελάτισσα. Πλύναμε τα ποτήρια μαζί κι εκεί που σκούπιζα, μου λέει “πάμε μια βόλτα στο στενό;” Δεν είπα λέξη.
Περπατήσαμε ήσυχα, ήξερα ακριβώς τι θα γίνει αλλά πάλι ένιωθα εκείνη τη ζάλη, αυτή που σε κάνει να μπερδεύεις το μυαλό σου και τον ρυθμό της καρδιάς σου. Γυρίσαμε στη δική της πόρτα – αυτή τη φορά κάναμε αυτό το βήμα που δεν κάναμε την άλλοτε. Μπήκαμε μέσα, με το που κλείνει η πόρτα, κανείς δε μίλησε. Τα φώτα έμειναν χαμηλά. Δεν έγινε τίποτα κραυγαλέο — απλά μου έπιασε το πρόσωπο με τις παλάμες της, με φίλησε έτσι ήσυχα που άκουγα μέσα στ’ αυτί μου τη δική της ανάσα.
Αυτό ήταν το πιο δυνατό. Το πώς κρατηθήκαμε εκείνη τη στιγμή απ’ το φιλί, το πώς τα δάχτυλά μας αγκάλιασαν πιο σφιχτά από ό,τι νόμιζα πως μπορεί να αντέξει άνθρωπος. Ένιωσα εκείνη την ένταση που δεν χρειάζεται να πεις τίποτα, ούτε να προχωρήσεις σε τίποτα περισσότερο για να ξέρεις ότι είσαι ολόκληρος μέσα σ’ αυτή τη νύχτα.
Μείναμε έτσι αγκαλιά στο κρεβάτι της, χωρίς μουσική ή κουβέντες. Μόνο το αχνό φως από το δρόμο και τα χέρια μας – αυτά είχαμε. Κάποια στιγμή της λέω “φοβάμαι πολύ να ξαναγαπήσω”, μου `γύρισε και μου είπε “κι εγώ, αλλά εδώ είσαι”. Εγώ, εκεί. Αυτή, εκεί.
Δεν ξέρω πώς να σου το πω αλλιώς. Αυτή η νύχτα ήταν από τις λίγες φορές που ένιωσα τόσο ανθρώπινος. Άφησα πίσω τον φόβο – τουλάχιστον ως το ξημέρωμα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.