Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που ξαναβρεθήκαμε με τη Μαρία

Δεν είχα φανταστεί ποτέ μου πως θα ‘κανα σχέση με τη Μαρία. Τη Μαρία τη γνώριζα από παλιά, να πω την αλήθεια, από το σχολείο. Ήμασταν στην ίδια τάξη, καθόμασταν δυο θρανία πιο ‘κει, μιλούσαμε που και που, αν και πιο πολύ γελούσαμε όταν κάναμε κοπάνες ή όταν φεύγαμε νωρίτερα τα τελευταία διαλείμματα. Πάντα ήτανε ωραία, αλλά εγώ τότε ήμουνα βαθιά μπλεγμένος με τα δικά μου, και δεν έβλεπα παραπέρα.

Μετά τη χάσαμε για χρόνια. Ο καθένας στα δικά του. Εγώ δούλευα σε μια αποθήκη, εκείνη βοηθούσε σ’ένα μαγαζί, και πού και πού μόνο τυχαία τις βλέπεις αυτές τις γνωριμίες, στο φούρνο, στη λαϊκή, ένα γειά και τίποτα άλλο. Μέχρι που μια μέρα, δεν ξέρω τι τάβλα έπεσε, ο ξάδερφός μου που ήξερε μια φίλη της Μαρία, της είπε να περάσει απ’το καφενείο που πίναμε τα βράδια μπιρίτσα. Εγώ δεν ήξερα τίποτα, κι ούτε περίμενα τίποτα.

Μόλις μπήκε, να, εκείνη… Λίγο πιο γελαστή, πιο ‘γυναίκα’ απ’ό,τι θυμόμουνα, μα κατευθείαν ο ίδιος άνθρωπος. Κάθισε λίγο μακριά, στο τραπέζι με τη φίλη της, αλλά κάθε λίγο κοίταγε προς το μέρος μας και χαμογελούσε. Κι εγώ κοίταζα, και κοκκίνιζα, και κάθε φορά που έφταναν οι ματιές μας, ήταν σα να με χτυπάει ένα μικρό ρεύμα στα χέρια και στο στήθος.

Λίγο το ποτό, λίγο τα αστεία, ήρθε κάποια στιγμή και κάθισε δίπλα μου. Δεν μίλησε αμέσως. Με κοίταξε, κι εγώ πήρα το κουράγιο και της είπα «Τι κάνεις, βρε Μαρία; Από πού ξεφύτρωσες έτσι;» Και γέλασε, αυτό το γέλιο το ζεστό, που πάντα σταματούσε τα πάντα γύρω. Μου άγγιξε τον αγκώνα, αστεία, τάχα μου να πει κάτι, και ολόκληρος ανατρίχιασα.

Η νύχτα κύλησε έτσι. Μιλάμε, γελάμε, και κάθε τόσο – χωρίς να το βλέπει κανείς – ακουμπούσε λίγο τα δάχτυλά της πάνω στα δικά μου όταν έλεγα κάτι. Ή μου έστρωνε τάχα το μανίκι, ψιλο-χαϊδεύοντας με τα νύχια της το χέρι. Αυτά τα μικρά, αν τα έχεις νιώσει, ξέρεις… Δηλαδή, ήθελα να την πιάσω απ’ το χέρι και να της πω, «πάμε έξω, να πάμε μια βόλτα, να σου μιλήσω μόνος, χωρίς φασαρία.»

Τελικά, μετά το πρώτο ποτό, ήρθε το δεύτερο, και οι φίλες της έφυγαν σιγά-σιγά. Τότε, ούτε που πολυσκεφτήκαμε. Πήραμε το δρόμο προς την παραλία. Μήναμε σιωπηλοί για λίγα λεπτά, περπατώντας πλάι-πλάι, τα χέρια μας στο πλάι να τρίβονται έτσι ανεπαίσθητα. Και μετά, σταμάτησε και γύρισε και με κοίταξε σταθερά. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι μου είπε – μόνο πως, ξαφνικά, βρέθηκα να τη φιλάω, εκεί μπροστά στα κύματα, με το αλάτι της νύχτας να μου καίει τα χείλη.

Δεν ήταν από τα φιλιά που έρχονται αβίαστα. Ήτανε αδέξιο στην αρχή, με νεύρο, με το άγχος που κουβαλάς όταν θες τον άλλον χρόνια και δεν το έχεις παραδεχτεί ούτε στον εαυτό σου. Τα χέρια της με κράτησαν πρώτα από τους ώμους, μετά κύλησαν σιγά χαμηλότερα μέχρι τη μέση, εγώ δεν ήξερα αν πρέπει να σταθώ ή να γονατίσω. Εκείνη μίλησε πρώτη: «Σου άρεσα πάντα;» Εγώ χαμογέλασα, το ‘πνιξα. Μόνο «Πάντα» πρόλαβα να ψελλίσω, και φίλησα τον λαιμό της αργά.

Μετά απ’ αυτό, τίποτα δεν έμοιαζε ίδιο. Ρίξαμε λίγο ακόμα βόλτα, αγκαλιά αυτή τη φορά, λίγο αμήχανη, λίγο γελώντας, λίγο σα να προσπαθούμε να μην τρέξουμε, να μην δείξουμε πόσο το θέλουμε. Στο σπίτι μου δεν πήγαμε εκείνη τη νύχτα. Ούτε στο δικό της. Ήταν λες και δεν θέλαμε να το χαλάσουμε, να το κάνουμε εντελώς αληθινό, κι έτσι μείναμε μέχρι αργά, στη βεράντα μιας φίλης της, με τα φώτα χαμηλά, να μιλάμε και να σιγοχαϊδευόμαστε όλο και περισσότερο.

Κάποια στιγμή, δεν άντεξα. Της έπιασα το πρόσωπο με τις δυο μου παλάμες, τη μύρισα από κοντά – μυρωδιά καθαριότητας, λίγο τσιγάρο και πολύ δέρμα. Μας έκλεισα τα μάτια κι οι δυο, κι όπως ήμαστε έτσι, αγκαλιά, δεν μιλούσαμε. Θυμάμαι τη ζέστη απ’την ανάσα της επάνω μου, πώς τρέμαν τα δάχτυλά μου στα πλευρά της. Το μόνο φως, μια λάμπα δρόμου που την έκανε να μοιάζει ακόμα πιο όμορφη. Μετά, απλά σηκώθηκε κι ήρθε και κάθισε στα γόνατά μου, χωρίς να λέει κουβέντα – μόνο ακούγονταν οι ανάσες μας, εκείνη τη στιγμή. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβήθηκα μην την ακούσει.

Ανεπαίσθητα με χάιδευε στην πλάτη, πάνω από τη μπλούζα. Λεπτά μακρυά νύχια, όχι βιασύνη, όχι λαχτάρα – σα να μ’ακουμπούσε για πρώτη φορά, χωρίς να βιάζεται να μάθει. Και κάπως έτσι, ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος μου, κι εκεί μείναμε, να βγαίνει η θάλασσα και να μπαίνει η νύχτα. Δεν θέλαμε να φύγει η στιγμή, να γίνει παραπάνω. Κι όμως, κι αυτό το λίγο ήταν πιο πολύ απ’ό,τι είχα ζήσει.

Εκείνο το ξημέρωμα, χωρίσαμε με ένα φιλί. Πριν μπει στο ταξί, με κοίταξε για ώρα, στα μάτια, λες και να ήθελε να με τρυπήσει, να κρατήσει τη στιγμή για πάντα μέσα της. «Θα τα ξαναπούμε, ε;» μου είπε ήσυχα, και γέλασε, ακόμα λίγο ντροπαλά. Της είπα, όσο πιο σταθερά μπορούσα, «Θα τα ξαναπούμε», ενώ μέσα μου ένιωθα πως ίσως ήταν μόνο η αρχή.

Δεν ξέρω τι θα γίνει παρακάτω, ούτε και με νοιάζει εδώ που τα λέμε. Εκείνη τη νύχτα, ό,τι κι αν ήμουνα πριν, είχα πια βρει τον εαυτό μου αλλιώς. Και το λέω ό,τι κι αν γίνει, αυτό δεν θα το ξεχάσω.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.