Δεν ήμουν ποτέ τύπος που θα ‘λεγε “εγώ αποκλείεται να μπλέξω σε κάτι περίεργο”, αλλά θα σου πω την αλήθεια, εκείνο το βράδυ δεν περίμενα ούτε στο ελάχιστο να ‘ρθουν τα πράγματα έτσι. Εγώ είμαι ο Γιάννης, 42 χρονών, φορτηγατζής, χωρισμένος δυο χρόνια τώρα, με δυο παιδιά που τα λατρεύω, αλλά θα σου μιλήσω για κάτι τελείως δικό μου.
Ήταν αρχές καλοκαιριού, ζέστη, φούλ υγρασία, κι εγώ που μόλις γύρισα απ’ το δρομολόγιο, ήθελα απλά να χαλαρώσω. Με χτυπάνε κάτι μήνυμα απ’ τα παιδιά για δουλειές και κάτι τέτοια, αλλά λέω “σήμερα θα βγω”. Ήθελα έστω ένα ποτό να πιω με καλή παρέα, να νιώσω άνθρωπος ξανά, ξέρεις πώς είναι μετά από ένα διαζύγιο. Το παίρνω λοιπόν απόφαση, ντύνομαι στα γρήγορα, βάζω και ένα πουκάμισο, ένιωθα εκείνο το περίεργο τσίμπημα που έχεις όταν κάτι καλό πρόκειται να σου συμβεί, χωρίς να το ξέρεις.
Κατεβαίνω στην πλατεία, πιάνω τραπέζι παραδίπλα από την παλιά παρέα. Εκεί, στην κάβα τ’ Αντρέα, εκεί που χτυπάει η καρδιά της γειτονιάς τα καλοκαίρια. Κάθομαι και παίρνω μπύρα. Ήσυχα πράγματα. Μέχρι που σκάει μύτη αυτή, η Ελένη. Ξανθό μαλλί μαζεμένο ψηλά, μπλε ματάκι θορυβώδες, χαμόγελο αληθινό. Την ήξερα χρόνια, πάντα μου άρεσε, αλλά δεν το’ χα τολμήσει ποτέ. Ήμασταν γείτονες, μιλάγαμε τυπικά, μ’ ένα αστείο παραπάνω ίσως. Εκείνο το βράδυ κάθισε ακριβώς απέναντί μου, άρχισε για άλλη μια φορά το ατελείωτο πείραγμα, στο χαριτωμένο του, όχι το φτηνό.
Της κερνάω ένα ποτό, μου γελάει εκνευριστικά ωραία. Πιάνουμε κουβέντα, ο ένας στον άλλο, για τα παιδιά, τους πρώην, τα στραβά και τα ανάποδα. Έχει αυτό το βλέμμα που σε γδύνει χωρίς να ντρέπεται—λέξη-λέξη, λίγο λίγο, αρχίζει ένα μπες-βγες απ’ τα μάτια της στα δικά μου. Σηκώνει το ποτήρι της, το στήθος της ακουμπάει το τραπέζι και μ’ ένα βλέμμα λοξό μου λέει “τι φοβάσαι;”… Δεν ξέρω αν κατάλαβε πόσο με είχε πιάσει απ’ τα σωθικά εκείνη τη στιγμή.
Κάτι στα χρώματα της νύχτας, στο γέλιο της, με έκανε να ξεχαστώ, να ‘ρθω στα ίσια μου ξανά. Σηκώνομαι, πάω στην τουαλέτα, με ακολουθεί. Χωρίς λέξη, το βλέμμα της ήταν ολόκληρη επιθυμία. Μείναμε λίγο παραπάνω εκεί, επειδή τα χέρια μας βρήκαν τρόπους να λένε όσα τα στόματά μας ντρέπονταν. Ήμουνα σαν πιτσιρικάς. Δεν υπήρχε τίποτα άσεμνο, μόνο το άγγιγμά της στον ώμο, τα δάχτυλα της που πέρασαν σιγά στον λαιμό μου να νιώσουν τον χτύπο. Με τάραξε. Τόση ώρα μού ‘λεγε με τα μάτια της αυτό που ήθελα να ακούσω χρόνια.
Γυρίσαμε με τα αργά βήματα πάλι στο τραπέζι, γελώντας σαν να κάναμε παιδική αταξία, χωρίς να μας καταλάβει κανείς—ή έτσι νομίζαμε. Κανείς δεν είπε τίποτα, αλλά όλος ο κόσμος έμοιαζε να άλλαξε χρώμα γύρω μας. Δέκα λεπτά αργότερα μου ρίχνει εκείνη τη ματιά που λες, “έλα να φύγουμε, δε βαστιέμαι άλλο”. Δεν μπόρεσα να πω όχι. Το σώμα μου είχε ήδη παραδοθεί, το μόνο που ήθελα ήταν να χαθώ στην αγκαλιά της.
Με πήρε αγκαζέ, ήμασταν σχεδόν σιωπηλοί μέχρι το σπίτι της. Το κλειδί στριφογυρίζει στη σιωπή, μπαίνουμε. Σκοτάδι, μόνο τα φώτα της πόλης που μπαίνουν απ’ το παράθυρο. Μου ζήτησε να της πιάσω τα μαλλιά, να τα αφήσει κάτω, έβγαλε τα παπούτσια αργά, γυμνή απ’ κάθε άμυνα, μόνο με εμένα μπροστά της. Δεν ξέρω πότε βρέθηκα τόσο κοντά σε άνθρωπο, ούτε πώς κατάφερα να μην καταρρεύσω απ’ το βάρος αυτής της έντασης. Κρατηθήκαμε, όπως κρατιέσαι χρόνια για να μην τα κάνεις όλα στάχτη. Τα κορμιά μας δίπλα-δίπλα, τα αγγίγματα δεν ήταν ωμά, ήταν η γλώσσα που ψάχναμε να μιλήσουμε.
Της χάιδευα τα μαλλιά και το σβέρκο, τρυφερά, κι εκείνη μου μίλαγε ψιθυριστά, με τ’ όνομά μου να πέφτει σαν χάδι στ’ αυτί μου. Ένιωσα να λυγίζουν τα γόνατά μου, σαν να περνάει ρεύμα. Η νύχτα προχώρησε αθόρυβα, τα παράθυρα ανοιχτά και να ‘ρχεται η μυρωδιά απ’ τα δέντρα. Σαν όλα να ήταν με το μέρος μας. Το φιλί έγινε σ’ ένα σημείο κάτι μεταξύ ανάγκης και γιορτής—σαν να γιόρταζε το ίδιο μας το σώμα.
Δεν βιαστήκαμε ποτέ. Καθίσαμε εκεί αγκαλιασμένοι, με τα κρυφά λόγια όλη νύχτα, χωρίς να ξέρουμε αν φτάσαμε πουθενά, μόνο ότι φύγαμε κι οι δυο λίγο πιο ολόκληροι απ’ όσο ήμασταν πριν.
Το πρωί ξύπνησα γαλήνιος. Εκείνη, ξαπλωμένη δίπλα μου, μ’ ένα βλέμμα ξεκούραστο, όχι γεμάτο τύψεις, ούτε αναστολές. “Γιάννη, κάποια πράγματα συμβαίνουν γιατί πρέπει”, μου είπε, χαμογέλασα γιατί το ένιωσα κι εγώ. Δεν ξέρω αν θα συνεχιστεί, αν ήταν μόνο μια νύχτα αυτά που ψάχναμε χρόνια ο ένας στον άλλο, ή αν θα γίνει αρχή. Αλλά ήταν αληθινό, ήταν ό,τι πιο ατόφιο έχω ζήσει μετά το διαζύγιο. Ένιωσα ξανά ζωντανός.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.