Δεν ξέρω αν θα με πιστέψεις, αλλά κάποιες στιγμές στη ζωή είναι σαν να τις έχει στήσει ο ίδιος ο διάβολος για να σε δοκιμάσει. Μιλάω για κείνες τις νύχτες τις τυχαίες, που γίνονται μετά χίλιες φορές να τις θυμηθείς, γιατί απ’ το πουθενά πήραν φωτιά όλα όσα νόμιζες σβησμένα. Εγώ θα σου πω για μια τέτοια νύχτα. Μια νύχτα με τη Στέλλα.
Πριν μερικά χρόνια, είχα μετακομίσει σε μια παλιά πολυκατοικία στην Καλλιθέα, απ’ αυτές με τα μαρμάρινα σκαλοπάτια που μυρίζουν σαπούνι πράσινο απ’ το πρωί ως το βράδυ, και ταράχα που βγαίνεις να καπνίσεις και σε πιάνει δροσιά παρότι Αύγουστος. Εκεί, στον δεύτερο όροφο, έμενε η Στέλλα. Μικροκαμωμένη, μαύρη μαλλούρα μακρυά, φωνή χαμηλή. Εκείνη τη φωνή, άμα στηνέβρισε πρωί με τσιγάρο στο χέρι, ήταν σα γαργάρα. Δεν είχαμε πολυμιλήσει, ένα “γεια” στο ασανσέρ, μια σοκολάτα που μου άφησε μια φορά ξώπορτα τα Χριστούγεννα. Μα το μάτι το πονηρό της τάχα μου αδιάφορο, το ‘πιανα.
Ώσπου ένα βράδυ, γύρω στις έντεκα, με κάνει ντου στο κουδούνι. “Γιώργο, έχεις ζάχαρη;” μου λέει. Η φάση ήτανε πως εγώ τότε ούτε καφέ δεν έβραζα, τέτοια ώρα κάπνιζα στο μπαλκόνι μόνος μου και άκουγα κάτι βινύλια παλιά. “Άσε, έλα να ψάξουμε, γιατί ούτε εγώ θυμάμαι τι έχω”, της λέω. Μπαίνει μέσα με μια φόρμα κι ένα φανελάκι. Άρωμα απ’ αυτά τα γυναικεία, διακριτικό, που μένει στο ρουθούνι.
Στεκόμαστε στην κουζίνα κι εγώ αρχίζω να χαζεύω πώς στέκει δίπλα μου. Αυτό το μισό βήμα πιο κοντά απ’ ότι έπρεπε. Δεν είπα τίποτα. Έβγαλα τη ζάχαρη — είχα τελικά, άσ’ τα να πάνε. Και κάπως έτσι, ξεκινήσαμε να μιλάμε. Ξέρεις τώρα, για βλακείες: ενοικιαζόμενα, τους γείτονες που φωνάζουν, τη μάνα της που όλο την παίρνει τηλέφωνο να τη μαλώσει για το τι τρώει. Και πίνουμε και κάτι ουισκάκια, έτσι για να περάσει παραπάνω η ώρα. Τα φώτα χαμηλά, μόνο ο πάγκος φωτισμένος με τη λάμπα.
Αρχίζει να πέφτει μια σιωπή, εκείνη η καλή, που δεν σε βαραίνει. Κι η Στέλλα χαμογελάει. Με κοιτάει, ίσια στα μάτια, και για μια στιγμή σκέφτομαι “ή τώρα ή ποτέ”. Της πιάνω το χέρι, σκέτο άγγιγμα. Δεν τραβιέται. Ίσα που χαμηλώνει το βλέμμα της, κι έρχεται πιο κοντά. Τώρα την ακούω ν’ ανασαίνει βαριά — ο παλμός της έχει αλλάξει, όπως και ο δικός μου. Εκεί μεταξύ πάγκου και τοίχου, ξαφνικά η κουζίνα έγινε άλλος κόσμος.
Δεν ξέρω ποιος φίλησε πρώτος ποιον. Ήμασταν πολύ κοντά για να έχει σημασία. Μόνο θυμάμαι που για δυο-τρία δευτερόλεπτα μ’ έσπρωξε λίγο πίσω, έχει αυτό το παιχνίδι, και μετά ήρθε πάνω μου βιαστικά, σχεδόν να μη με αφήνει να παίξω εγώ δυνατά. Άκουγα τον ήχο απ’ τα χείλη της, τη φωνή της σπασμένη. Τα χέρια της πρώτα με χάιδεψαν σχεδόν αθώα, μετά όλο και πιο άγρια, σαν να θέλανε να ξεχάσουν όλες τις προηγούμενες φορές που κρατηθήκαμε τυπικοί.
Καθίσαμε στον πάγκο μπλεγμένοι. Τίποτα δεν ακουγόταν, μόνο τα βήματά τους οι γείτονες, αμυδρά, και κάτι ρολόγια που χτυπούσαν τον τοίχο. Καμιά φορά χαμογελούσαμε σαν παιδιά που κρύβονται απ’ τη μάνα τους. Ήρθε και κάθισε πάνω μου, έβαλε ένα χέρι γύρω απ’ τον λαιμό μου, με κοίταξε ίσια – εκείνο το ξερή ματιά που σε κάνει να γυρνάς πίσω κι ας είναι μεσάνυχτα.
Μείναμε εκεί για πολλή ώρα χωρίς άλλο. Δεν είπαμε κανένα μεγάλο λόγο. Μόνο κουμπώσαμε πάλι τη βόλτα μας, βγάλαμε τα παπούτσια σαν να ήμασταν στο σπίτι μας από πάντα. Την άλλη μέρα, το πρωί, άνοιξα τα μάτια κι ήταν ακόμα στο σαλόνι – είχε πάρει έναν υπνάκο στο καναπέ, τυλιγμένη με τη σκουρόχρωμη κουβέρτα που την ξέρω από τα παιδικά μου χρόνια. Την κοίταζα από μακριά, σαν να μην είχα ξαναδεί άνθρωπο να ανασαίνει τόσο ήρεμα στο σπίτι μου.
Κάποιος θα πει πως τέτοιες στιγμές κρατάνε μια φορά και χάνονται. Εγώ όμως λέω πως αρκεί να τις ζήσεις, γιατί μένουν. Στην πρώτη κουβέντα, στο πως ψιθυρίζαμε τα ονόματά μας τρυφερά, στην αμηχανία και στο χαμόγελο όταν φύγαν τα μεγάλα λόγια και έμεινε μόνο η μυρωδιά του δέρματος, το φως το κίτρινο, και εκείνη η σιγουριά ότι ό,τι και να γίνει, εκείνη τη νύχτα ήμασταν δικοί μας άνθρωποι.
Σταθήκαμε μαζί στην ταράτσα αργότερα, να καπνίσουμε ακόμα ένα τσιγάρο. Η δροσιά ήταν βαθιά κι η Στέλλα έγειρε στον ώμο μου, χωρίς κουβέντες – μόνο ένα “να σε δω αύριο;” και ένα “ναι, να με δεις”.
Αυτά ήτανε, λοιπόν, τα μεγαλύτερα. Ούτε φασαρίες, ούτε παραμύθια. Μόνο μια μαύρη μαλλούρα δίπλα σου, στο φως του ψυγείου, να θέλει να την χαϊδέψεις για λίγο παραπάνω. Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.