Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που άλλαξε τη ζωή του Στέφανου

Θα σου πω μια ιστορία που ποτέ μου δεν σκέφτηκα πως θα μου συνέβαινε. Πάντα έλεγα ότι αυτά τα πράγματα τα διαβάζεις στα περιοδικά και γελάς. Αλλά κοίτα να δεις που ήρθε η δική μου σειρά και βρέθηκα να την ζω, και να μην ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω από την αμηχανία. Τέλος πάντων, πάμε από την αρχή.

Ήμουνα, που λες, σε μια φάση στη ζωή μου… τίποτα σπουδαίο. Δουλειά, σπίτι, καφεδάκι με κάτι φίλους τα πρωινά της Κυριακής, βαρεμάρα γενικά. Χώριζα τότε με τη γυναίκα και δε μ’ έπιανε ψυχή. Εκείνο το βράδυ, Πέμπτη νομίζω ήταν, με τραβάει ο ξάδερφός μου να πάμε σ’ ένα παλιό μπαράκι στα Πατήσια. Σιγά, λέω, δε βαριέσαι; Πάμε να ξελαμπικάρουμε.

Το μπαρ μικρό, κόσμος λίγος, μουσική ήρεμη, λίγο φώτα χαμηλά και το κλασικό μωσαϊκό στο πάτωμα. Ε, εκεί με το που κάθομαι στον πάγκο και πήγαινα να ζητήσω ουίσκι, βλέπω απέναντι μια κοπέλα. Καθότανε σε τραπέζι γωνία, λίγο σκυμμένη πάνω σ’ ένα βιβλίο. Μαλλιά μαύρα σγουρά, σαν νεράιδα, και ένα κασκόλ περίεργο, μπλε – αμέσως μου έκανε εντύπωση.

Εγώ βγαίνω λίγες φορές, οπότε δεν είμαι και πολύ στα… κυνηγητά, αλλά κάτι μου έκανε αυτό το πλάσμα. Για λίγο πιάστηκαν τα βλέμματά μας και… με χτύπησε λέμε, αλλιώς. Κάτι στο χαμόγελό της, εκείνο το αμήχανο, σαν να της αρέσει που την κοιτάς αλλά προσπαθεί να το κρύψει.

Πέρασε ώρα, εγώ έλεγα να κάνω ένα βήμα. Λίγο τρέμαν τα χέρια μου, να λέμε την αλήθεια. Βάζω το κρασί στο χέρι, πάω δίπλα της με το πρόσχημα να δω το πίνακα με τα ποτά που ήταν ακριβώς από πάνω της. Ε, την κοιτάω γλυκά και της ρωτάω τάχα μου τυχαία, “Μετά από τόση ώρα με το βιβλίο, δε θες μια καλή παρέα;” Χαμογέλασε αργά και μου είπε, “Εξαρτάται… τι έχεις να μου προτείνεις;”

Βρήκα μια καρέκλα, κάθισα δίπλα της. Τα χέρια της έπαιζαν με το ποτήρι, κάθε τόσο με κοίταγε λίγο πλαγίως. Μιλούσαμε για χαζομάρες – δουλειές, γειτονιές, καλοκαιρινά μπάνια. Αλλά κάτω από τα λόγια, έβλεπα στα μάτια της αυτή τη σπίθα. Κάθε τόσο, σαν να κολλούσε η κουβέντα, και καθόμασταν σιωπηλοί… Και πίστεψέ με, εκείνοι οι μικροί παύσεις ήταν πιο φλογερές απ’ όλα.

Μια στιγμή, έκανε πως της έπεσε το στυλό της. Έσκυψε κάτω, τον πήρε, και έτσι όπως σηκώθηκε ήρθε πιο κοντά μου. Η ανάσα της μύριζε κάτι φρέσκο, σαν γιασεμί. Από κει και πέρα, όλα κύλησαν διαφορετικά. Κάθε φορά που μιλούσε, πήγαινα πιο κοντά της. Τα γέλια της με χάιδευαν, τα μάτια της με μετρούσαν – καταλάβαινα πως ήθελε να με δοκιμάσει, να δει αν θα τολμήσω.

Όταν έφυγε ο ξάδερφος, μείναμε μόνοι. Κανείς άλλος στο μαγαζί πια. Της λέω, “Να σε πάω με το ταξί σου;” Γέλασε. “Θέλω, αλλά μόνο αν έρθεις για ένα ποτό σπίτι μου, δεν πειράζει, έχει πάρει αργά.”

Εγώ εκεί, αμήχανος, σχεδόν ανέμελος, της λέω ναι. Μπήκαμε σ’ ένα ταξί και όλη τη διαδρομή δεν είπαμε σχεδόν κουβέντα. Όμως, τα δάχτυλά μας μπλέκονταν, τα βλέμματα στα παράθυρα, η ηλεκτρισμένη σιωπή. Φτάνουμε σπίτι της – μικρό δυαράκι, γεμάτο βιβλία και κάτι μικρά φυτά στο περβάζι. Μου έβγαλε το παλτό, μου έβαλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, και άναψε ένα παλιό φωτιστικό πλάι στον καναπέ.

Καθίσαμε εκεί, δίπλα δίπλα. Τα πόδια μου με τα δικά της σχεδόν αγγίζονταν – έπαιζε η τάση στον αέρα, σαν ρεύμα που τσιτώνει τα πάντα. Πάλι, μίλησα για λίγο – μισόλογα, μισές φράσεις. Ξαφνικά, εκείνη απλώνει και ακουμπά το χέρι μου. Με κοίταξε βαθιά, σαν να ήθελε να ακούσει τις σκέψεις μου. “Ξέρεις γιατί ήρθες ε;” μου λέει σιγανά. Αντί να απαντήσω, έπιασα σιγά το πρόσωπό της και άγγιξα το μάγουλό της με το χέρι μου.

Από κει και μετά… οι λέξεις γίνονται φτωχές. Την κράτησα τρυφερά κοντά μου, ένιωσα το κορμί της δίπλα μου, την ανάσα της στο λαιμό μου. Τα χέρια μας ήταν ανυπόμονα αλλά προσεχτικά, σαν να φοβόμασταν να τα χαλάσουμε όλα με μια λάθος κίνηση. Το φιλί ήρθε αβίαστα, σιγανό, αργό, εκείνο το φιλί που σε διαπερνάει ως μέσα στα κόκαλα.

Αργά, με τα φώτα χαμηλά και έξω να ψιλοβρέχει, αφεθήκαμε ο ένας στον άλλον. Εγώ πρώτη φορά κατάλαβα τι θα πει κάποιος να σε κοιτάζει στα μάτια και να νιώθεις πως όλο το σύμπαν υπάρχει μόνο ανάμεσά σας. Δεν λέω παραπάνω – αυτά είναι για να τα ζεις, όχι να τα λες…

Περάσαμε τη νύχτα αγκαλιά, σχεδόν να φοβόμαστε να χάσουμε τη στιγμή. Ήξερα ότι τη μέρα που θα ξημέρωνε, τίποτα δεν θα ήταν ίδιο – όχι, τουλάχιστον μέσα μου. Όταν ξύπνησα και της είδα να μου χαμογελάει νωχελικά, σκέφτηκα: “Να, για τέτοιες βραδιές ζει κανείς.”

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στέφανος.