Δεν ξέρω πώς να αρχίσω, να πω την αλήθεια… Ίσως απ’ το γνώριμο εκείνο βράδυ, που είχε η Αθήνα μια υγρασία κολλημένη πάνω στα τζάμια, κι εγώ, πίνωντας το δεύτερο καραφάκι στο μικρό μαγαζάκι που μαζεύονταν όλοι οι μοναχικοί του Βύρωνα, κινιόμουν ανήσυχα στη καρέκλα. Ήμουν μόνος, όχι χωρισμένος ή τίποτα, απλά… μόνος, όπως καμιά φορά συμβαίνει χωρίς λόγο.
Εκείνη εμφανίστηκε αργά, με το μαλλί μόλις βγαλμένο απ’ το μπάνιο, ακόμα νωπό, αφημένο χύμα πάνω στους ώμους της. Την ήξερα, την είχα δει δυο-τρεις φορές στο φούρνο, πότε χαμογελαστή, πότε σκεφτική, πάντα όμως με μια γλύκα στο πρόσωπο που δύσκολα ξεχνάς. Ήταν απ’ αυτές τις γυναίκες που δε χρειάζονται φτιασίδια για να τραβήξουν τα βλέμματα. Μάτια καθαρά, δέρμα αληθινό, ένα χαμόγελο που φωτίζει τον τόπο.
Κάθισε στο διπλανό τραπέζι, μόνη κι εκείνη. Παρήγγειλε τσιπουράκι, έβαλε το κινητό στην άκρη, και ξεκίνησε να χαζεύει τον κόσμο, ήρεμη, χωρίς να αγχώνεται, λες και ήταν σπίτι της.
Στην αρχή ντράπηκα. Πήρα το βλέμμα, τάχα ότι ασχολιόμουν με το κινητό. Αλήθεια το ήθελα – να την κοιτάξω, να πιάσω κουβέντα, αλλά ένιωθα κι εκείνο το παράξενο σφίξιμο στο στομάχι, λες κι ήμουν δεκαοχτάρης. Ώσπου, σχεδόν χωρίς να το θέλω, της λέω: «Συγγνώμη, έχεις αναπτήρα;» Εγώ που ούτε καπνίζω πλέον τακτικά. Εκείνη γελάει, βγάζει τον αναπτήρα της – έναν κόκκινο, γερασμένο – και μου τον απλώνει. Τα χέρια μας αγγίχτηκαν ελάχιστα. Στα μάτια της άστραψε για μισό δευτερόλεπτο αυτό το βλέμμα που… ξέρεις ότι κάτι άλλαξε.
Δεν άργησε να γυρίσει το πράγμα σε κουβέντα. Μου είπε ότι τη λένε Ελένη, δουλεύει σε ένα φωτοτυπικό, ζει μόνη της, ήταν και εκείνη κουρασμένη από τις ίδιες και τις ίδιες φάτσες, τα ίδια «τι κάνεις», «όλα καλά». Κάποια στιγμή γελάσαμε δυνατά με μια ατάκα για τα καλοριφέρ των πολυκατοικιών, μας κοίταξαν δυο γριές με απορία λες και ήμασταν παιδιά του δημοτικού. Εκεί, εκείνη η ντροπαλή συστολή χάθηκε. Καθίσαμε πιο κοντά – σχεδόν κολλήσαν οι καρέκλες μας. Άρχισα να βλέπω τα μάτια της πιο καθαρά. Είχε εκείνο το αγνό θάρρος, το έτοιμο να δοκιμάσει, το έτοιμο να αφεθεί.
«Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε, ε;» μου λέει. Το είπε πονηρά, σαν να ήξερε τι γύριζε στο μυαλό μου. Χαμογέλασα, δεν απάντησα. Σιγά σιγά άγγιξα το χέρι της με τρόπο που μόνο οι αμήχανοι τα καταφέρνουν – αδέξια, διακριτικά, αλλά τρυφερά. Έμεινε έτσι, το άφησε εκεί, όσο κρατούσα μια κουβέντα άσχετη, για κάποιο βιβλίο που χάθηκε από τη βιβλιοθήκη μου. Σιγά σιγά μας τύλιξε μια σιωπή, από αυτές που ξέρεις ότι κρύβουν κάτι πολύ δυνατό.
Βγήκαμε έξω, είχε ψιλόβροχο. Προσφέρθηκα να τη συνοδεύσω. «Έλα μωρέ, περπατάμε ως κάτω», μου λέει. Περπατήσαμε στον κεντρικό δρόμο, το βήμα αργό, όχι από τεμπελιά, αλλά επειδή θέλαμε να κρατήσει αυτή η βραδιά όσο γίνεται. Σε κάθε πεζοδρόμιο, σταματούσε για λίγο και κοίταζε το φως από τα παράθυρα. Κάποια στιγμή ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο μου, έτσι, απλά – και μ’ εκείνο το αθόρυβο άγγιγμα μου ’πε χίλια πράγματα.
Φτάσαμε στο σπίτι της – μικρή πολυκατοικία, μωβ τοίχοι, καλαίσθητο μπαλκονάκι. Τη ρώτησα αν ήθελε παρέα ή να αφήσουμε όπως ήξερε ο καθένας τον δρόμο του. Αντί για λόγια, με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε – απλώς με τράβηξε ελαφρά προς το μέρος της και με φίλησε. Ένα φιλί που δεν ήταν παραπάνω από δύο ανάσες, αλλά μ’ έκανε να νιώσω λες και είχαν αλλάξει όλα. Μείναμε ακίνητοι, να ακούμε σχεδόν τις ανάσες μας.
«Έλα πάνω για ένα τσάι, δε χρειάζεται να κάνουμε σχέδια», είπε ήσυχα. Κι ανέβηκα.
Το σπίτι της, ήσυχο, με μυρωδιά λεβάντας. Φώτα χαμηλά, λίγο τζαζ από τον υπολογιστή της. Καθίσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ. Δεν άναψε καν τα μεγάλα φώτα. Της άρεσε το ημίφως. Μιλήσαμε λίγο ακόμα, πάλι χωρίς να προσποιούμαστε, χωρίς να κρύβουμε τίποτα μεταξύ μας. Τα πόδια της άγγιζαν δειλά τα δικά μου, τα δάχτυλα μπλέχτηκαν όπως μπλέκεται η ζωή μας καμιά φορά – σιγά, με αμηχανία, με ανάγκη.
Κάποια στιγμή πέσαν οι σιωπές βαριές κι αναγκαστικές, μα όχι ψυχρές. Είδα τα μάτια της να σκοτεινιάζουν από επιθυμία, κι ένιωσα το χέρι της ν’ ανεβαίνει στο λαιμό μου, δειλά στην αρχή, πιο σίγουρο μετά. Αφέθηκα – σκέφτηκα ότι δεν υπάρχουν πάντα τέτοιες στιγμές, δεν κρατούν για πάντα, γι’ αυτό και τις ζεις όσο μπορείς. Οι ανάσες της μπλέχτηκαν με τις δικές μου, οι λέξεις σταμάτησαν. Ό,τι υπήρχε πια λεγόταν μόνο με τα χέρια, με ένα απαλό χάδι στο πρόσωπό μου, ή στη μέση της που σα να γέμισε ασφάλεια.
Στο τέλος – κι ούτε που κατάλαβα πώς περάσαν οι ώρες – μείναμε αγκαλιά, σιωπηλοί, να ακούμε τη βροχή να μουσκεύει τα κάγκελα, να νιώθουμε το σώμα του άλλου, απλά, χωρίς να βιάζεται κανείς, χωρίς να υπόσχεται περισσότερο απ’ ό,τι μπορεί να δώσει. Νιώθω ακόμα αυτό το βλέμμα της, εκείνη τη γλύκα που είχε όταν με ξύπνησε με το «Καλημέρα». Δεν τα κάναμε όλα τέλεια, ούτε τα είπαμε όλα. Μας έμεινε μια πόρτα μισάνοιχτη – δεν ξέρω αν θα ξαναγραπώσω τέτοια στιγμή. Αλλά και μόνο που την έζησα, μου αρκεί.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.