Δεν ξέρω αν αυτά που θα πω μοιάζουν για σινεμά ή για καθημερινότητα… αλλά έτσι ακριβώς τα έζησα, χωρίς να έχω ποτέ σκεφτεί πως μπορεί κάτι τέτοιο να συμβεί σ’ εμένα. Ζώ στην Πετρούπολη, οδηγώ ταξί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια – κι όλα κυλάνε μάλλον ήσυχα, χωρίς ιδιαίτερες κορώνες. Τη Μαρία δεν την ήξερα δευτερόλεπτο πριν μπει στο ταξί μου, εκείνο το μισόβραδο του Νοέμβρη. Αλλά δεν την ξεχνάω ούτε μιά μέρα απ’ την ώρα που κάθισε στη θέση του συνοδηγού, με κρύα χέρια, μαλλιά λυτά κι εκείνο το βλέμμα που ήτανε σαν να τραβάει ρεύμα. Ξέρετε πώς μερικά βλέμματα σε κόβουν στα δυο; Αυτό. Νομίζεις πως κρατάς το τιμόνι, αλλά στην ουσία σε πάει ό,τι παίζει εκείνη την ώρα ανάμεσα σ’ εσένα και στον άλλον.
«Καλησπέρα», μου λέει, «στο Παγκράτι, αν γίνεται». Της λέω «Φυσικά κορίτσι μου, βάλε μουσική αν θες». Ξεκινάμε και για κάμποση ώρα δεν μιλάμε. Ακούγεται χαμηλά ένα παλιό λαϊκό – ο Άκης Πάνου πρέπει να ήταν. Βλέπω το χέρι της να παίζει με το φερμουάρ του μπουφάν, κάτι σαν τρέμουλο είχε, και σκέφτηκα πως ίσως είχε τσακωθεί, ίσως είχε πιεί, ίσως τη χώριζαν. Χιλιοειπωμένα αυτά κι όμως κάθε ιστορία είναι άλλη. Μου κάνει με την άκρη του ματιού μια κλεφτή ματιά, σχεδόν ντρέπεται. Γυρνάει το κεφάλι προς το παράθυρο, βλέπω το προφίλ της με το φως από τις βιτρίνες να την χαράζει.
Κάπου στη Συγγρού μου είπε με δισταγμό: «Ταξιτζής είστε χρόνια;» Έπιασα να της λέω τα συνηθισμένα, αλλά κάπου χάθηκα—όχι από αμηχανία, αλλά γιατί εκείνη μ’ άκουγε πραγματικά. Ξαφνικά το Παγκράτι φάνταζε μακριά. Ήθελα κι άλλο δρόμο, κι άλλη λέξη. Όπως οδηγούσα, άρχισα να λέω πιο πολλά—πού πήγα φαντάρος, πώς είναι να γυρνάς νύχτες Αθήνα, πώς είναι να σ’ αγαπάνε κι ύστερα να σε ξεχνάνε. Εκείνη γελούσε, χαμηλά, αληθινά. Έβλεπα τα μάτια της στο καθρεφτάκι συνέχεια—κάθε φορά που σα να μελέταγε πώς θα συνέχιζε τη συνομιλία μας.
Σ’ ένα φανάρι μου λέει: «Δεν θέλω να πάω σπίτι ακόμα.» Έμεινα να την κοιτάζω, μισή στιγμή που όμως, αν με ρωτήσεις, μάκρυνε τόσο που δεν θα την ξέχναγα ποτέ. «Ας πάμε βόλτα τότε», της λέω, με τόνο που με εξέπληξε κι εμένα τον ίδιο. «Πάμε παραλία;» με ρωτάει, σα να πόνταρε τα πάντα σ’ εκείνη τη λέξη. Χαμογέλασα και γύρισα προς τα κάτω, η καρδιά μου λίγο αράχνιαζε από χαρά και ανησυχία.
Όσο οδηγάω, κάθομαι, μα κι όρθιος να ‘μουνα ναύτης, δεν θα ένιωθα πιο ταραγμένος. Νιώθω το βλέμμα της πάνω μου—το νιώθω να διατρέχει απ’ το σβέρκο μέχρι τα δάχτυλα μου, ένα χάιδεμα χωρίς να με έχει αγγίξει ακόμα. Τα δάχτυλά μου κολλάνε στο τιμόνι, τραβάνε λίγο πάνω στο δέρμα της ταχύτητας, νιώθω τον αέρα του χειμώνα ν’ ανακατεύει τα μαλλιά της μέσα στο ταξί.
Φτάσαμε κάπου στον Άλιμο, ήταν άνθρωποι λίγοι, και η θάλασσα σχεδόν άδεια. Σταματάω. Ανοίγει την πόρτα, και μου νεύει ξανά με κείνο το χαμηλωμένο βλέμμα: «Θα κατέβεις ή οδηγάς όλη νύχτα;» Βγαίνω. Τα παπούτσια μου γλιστράνε στα βότσαλα· το κρύο μου τρυπάει τα κόκκαλα αλλά δεν με νοιάζει. Καθόμαστε δίπλα-δίπλα, τόσο κοντά που ακουμπάει το γόνατό της πάνω στο δικό μου, πολύ διακριτικά, τόσο όσο πρέπει για να τρελαθείς μέχρι να τολμήσεις να κάνεις κάτι παραπάνω.
Μιλάμε και γελάμε για σαχλαμάρες, κι εκείνη τη στιγμή εγώ ακούω τη θάλασσα και το χτύπο της καρδιάς μου μαζί. Κοίταζε απ’ το πλάι το πρόσωπό μου, το βλέμμα της μούσκεμα, τσακισμένο από μια ιστορία που δεν μου είχε ακόμα πει. Με κάποιες φράσεις πασχίζει να φέρει λίγο πιο κοντά τα χείλη της στα δικά μου. Χωρίς να το καταλάβω, της πιάνω το χέρι. Αφήνει το χέρι της χαλαρό στο δικό μου, κι εκείνο το δευτερόλεπτο της αφής ήταν το πιο δυνατό απ’ όλα. Δεν χρειάστηκε κουβέντα, ούτε υπόσχεση. Όλα ήταν στα δάχτυλά της—ένα σκίρτημα, ένα παράπονο, ένα «θέλω».
Σκύβω λίγο μπρος, και την ώρα που πάω να της αφήσω ένα φιλί στο μάγουλο, γυρίζει το κεφάλι και με φιλάει εκείνη, απαλά, με ευγνωμοσύνη και ταυτόχρονα με μία λύσσα που την κρατούσε όλη τη ζωή της φυλακισμένη. Το φιλί κράτησε λίγο, αλλά μέσα του χώρεσε όλος ο χειμώνας. Μετά, απομακρυνθήκαμε—κι εγώ ήθελα να την πάρω αγκαλιά, να μην τη φοβηθεί το πρωί. Δεν το έκανα. Προτίμησα να κάτσω δίπλα της να κοιτάμε τη θάλασσα, με τη σιωπή μας να λέει πιο πολλά από δυό τσιμεντένια μπλόκια λέξεις.
Όταν γυρίσαμε επιτέλους στο αμάξι, πριν χωρίσουμε, αφήνει ένα χαρτάκι στο ντουλαπάκι. «Αν θέλεις, καμιά φορά, να πάμε ξανά βόλτα», μου λέει χαμογελαστά. «Κι όχι μόνο με το ταξί…» Δεν ξέρω τι με έπιασε, αλλά με πήρε ένα ρίγος παράξενο—απ’ αυτά που σε κάνουν ό,τι να’σαι: δεκαοκτώ χρονών ή πενήντα. Την αφήνω με μικρό φιλί στο χέρι, εκείνος ο παλιός τρόπος, κι όλη την επόμενη εβδομάδα αναρωτιέμαι αν θα ξαναπατήσει στο ταξί μου ή αν θα το ζήσω μόνο σαν βραδινό όνειρο.
Δεν ξέρω τι έγινε μετά, δεν έχει σημασία. Εκείνο το μισοσκόταδο στην παραλία, το άγγιγμα στο γόνατο, το φιλί που ήρθε σαν λύτρωση—αυτά μετράνε. Αυτές είναι οι στιγμές που κρατάς και τις αναπολείς τις νύχτες στα φανάρια.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Λευτέρης.