Ερωτικές Ιστορίες – Η γνωριμία στο συνεργείο με τη Δέσποινα

Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος που τα άφηνε όλα στον δρόμο· να δείξω, να πω αυτό που νιώθω εκείνη την ώρα. Όχι ότι είμαι και κανένας σκυθρωπός, απλώς, λες κι είχα πάντοτε ένα φρένο μέσα μου, κυρίως στα θέματα τα ερωτικά. Και ειδικά με τη Δέσποινα, που –άκου τώρα τι έπαθα– τη γνώρισα εκεί που δεν το περίμενα: στο συνεργείο. Πήγα να αλλάξω λάδια στη μηχανή, μ’ έβγαλε η πολυθρόνα κι η λαμαρίνα σε νέες περιπέτειες.

Της έδειξα το χαρτί με το πρόβλημα απ’ το ΚΤΕΟ, το παίρνει, μετράει μ’ ένα βλέμμα μέχρι τα παπούτσια κι ύστερα βουτάει το στυλό πίσω από το αυτί, ακριβώς στο σημείο που τα μαλλιά της έπεφταν λίγο πιο φουντωτά. Μια φυσική κίνηση, τίποτα το ιδιαίτερο… κι όμως, εκείνα τα δευτερόλεπτα που το δάχτυλό της φλέρταρε το μάγουλο κι ο στυλός γλιστρούσε πίσω, με χτύπησε ένα αίσθημα παράξενο, φρέσκο και κάπως… ανήσυχο.

Τελείωσε με το χαρτί, γέλασε μ’ ένα αστείο του μάστορα, και πριν απομακρυνθεί μου πέταξε “Μια ωρίτσα και θα είσαι έτοιμος, άντε να βάλεις μετά και λίγη βενζίνη, γιατί άδειο σε βλέπω.” Το πέταξε έτσι, παιχνιδιάρικα. Τη σκέφτηκα –πως άλλωστε να μην τη σκεφτείς;– όσο περίμενα. Είχε έναν τρόπο να μιλάει που ζέσταινε ακόμα κι εκείνο το ψυχρό εργαστήρι, γύρω λάδια, γρασαδόροι κι ολόκληρος ο καταχνιασμένος χειμώνας.

Μ’ ένα καφέ στο χέρι ξέμεινα και τάχα μιλούσα στο τηλέφωνο· καθόμουνα, περίμενα, κι όσο ήμουν εκεί, έβρισκα χίλιες δικαιολογίες να ξανακοιτάξω προς τη μεριά της. Υποτίθεται πως έβλεπα τη μηχανή, όμως εγώ εκείνη έβλεπα μόνο.

Όταν ήρθε η ώρα να πάρω το κλειδί, με περίμενε εκεί, μου το έδωσε στο palm, κι ένιωσα για κλάσματα δεκάτου του δευτερολέπτου το δικό της χέρι να με ζεσταίνει από πάνω. Δεν τράβηξε αμέσως το χέρι της. Αντίθετα, με κοίταξε γελαστά και μου είπε, ξανά, “Πάτησέ την λίγο να ανοίξει· θα στρώσει το μηχάνημα.” Και κάθε τέτοια φράση της, για κάποιον λόγο, μου ακουγόταν σαν να ‘χει δεύτερο νόημα.

Δεν άργησα να την ξανασυναντήσω. Την πέτυχα τρεις μέρες μετά στη λαϊκή –σκυμμένη στους μαϊντανούς, φορώντας μπουφάν χοντρό και τα μαλλιά της ακόμα λυμένα– να διαλέγει ντομάτες μ’ εκείνο το αφοσιωμένο ύφος που έχουν μερικές γυναίκες όταν θέλουν να δείξουν νοικοκυρές, ενώ για κάποιο λόγο εσύ βλέπεις άλλα πράγματα.

Της φώναξα από μακριά με το όνομά της, σαν να ήμασταν φίλοι από πάντα. Γύρισε και μ’ αγκάλιασε ακομπλεξάριστα, μ’ εκείνο το άρωμά της που ήταν μίξη απ’ σαπούνι και κάτι σπιτικό. Τα είπαμε για λίγο, μετά πήρα θάρρος και της πρότεινα να πάμε για μια μπίρα –στα ίσια, χωρίς περιστροφές. “Έχω ψώνια, αλλά θέλω. Σήμερα, το βράδυ;” είπε. Συμφωνήσαμε εύκολα, σαν να το είχαμε κλείσει από πριν.

Συναντηθήκαμε σ’ ένα μικρό μπαρ ανάμεσα στα μαγαζιά του κέντρου. Ήταν χουχουλιάρικο, λίγοι άνθρωποι, χαμηλός φωτισμός, κι ο καιρός έξω μουντός. Καθίσαμε δίπλα-δίπλα στο μπαρ, τα γόνατά μας ακουμπούσαν που και που, ξέρετε, αυτό το παιχνίδι που δεν θέλεις να το σταματήσεις. Αστειευτήκαμε, μιλήσαμε για τα πάντα, κουτσομπολιό, μηχανές, ταξίδια και προπαντός ο λόγος της ήταν, όπως πάντα, σαν χάδι στ’ αυτί.

Κάποια στιγμή βγήκε να καπνίσει. Βγήκα μαζί της. Το τσιγάρο προς το στόμα, τα μάτια της έπεσαν πάνω μου κι εγώ κατάπια με ένα μικρό σφίξιμο το σάλιο μου. Δεν ήξερα πώς να ανοίξω κουβέντα σε εκείνες τις μικρές σιωπές… γιατί εκεί, έξω απ’ το μπαρ, οι σιωπές φαίνονταν πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι μέσα. Δεν άντεξα πολύ να το παίζω αδιάφορος· έκανα ένα βήμα μπροστά, πλησίασα σιγά, ίσα-ίσα να νιώσω την ανάσα της. Εκείνη χαμογέλασε, έσβησε το τσιγάρο με μια απρόσμενη βιασύνη, και με κοίταξε χαμηλωμένα μ’ ένα βλέμμα που μου έδωσε να καταλάβω πως μπορούσα να το προχωρήσω.

Δεν φιληθήκαμε ακόμα. Το άφησα να πλανάται, να γυρίζει στη σκέψη σαν άρωμα που θες μα δεν φτάνεις. Μπροστά στον πάγκο ξαναγυρίσαμε, με μια παράξενη ένταση στα σώματά μας, σαν να αφήσαμε κάτι απ’ έξω, μόλις να αιωρείται, να βρει τη στιγμή του. Εκείνη ακούμπησε απαλά το χέρι της πάνω στο γόνατό μου – ένα άγγιγμα που κράτησε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι επιτρέπει ο κανόνας της παρέας και της φιλίας.

Καθ’ όλο το βράδυ παίξαμε έτσι, λες και κάναμε παρτίδα σκάκι με τα θέλω μας· δεν τολμούσαμε το επόμενο βήμα, αλλά έτρεμε η καρδιά κάθε φορά που οι ματιές διασταυρώνονταν ή που φοβόσουν να μην καταλάβει ο μπάρμαν ότι κάτι γίνεται. Τελικά, λίγο πριν το μαγαζί κλείσει, με ρωτάει ψιθυριστά: “Θες να πάμε μια βόλτα ή φοβάσαι το κρύο;” Εγώ γέλασα –ήταν τότε που ακόμα η Αθήνα είχε κρύα– κι απάντησα “Όχι, φτάνει που έχεις εσύ αυτή τη ζέστη, τι να φοβηθώ;”

Βγήκαμε, πηγαίναμε πλάι πλάι, χέρια κοντά, ώμοι να βρίσκονται για λίγο και να χάνουν πάλι την επαφή. Κάτω απ’ το φως της λάμπας φτάσαμε σχεδόν ως το αυτοκίνητό της, εκεί όπου, σταματήσαμε, κι αυτή μ’ έπιασε κανονικά από το μπουφάν και με τράβηξε πάνω της, με δύναμη που δεν περίμενα. Μ’ έπιασε η ζέστη της ανάσας της, κι ο τρόπος που με κοίταζε τότε – ήταν σαν να έλεγε “Φτάνει πια το κρυφτό, εδώ είμαστε, ό,τι γίνει”. Και φιληθήκαμε. Μη με ρωτήσεις πώς έγινε, ποιος ξεκίνησε· απλώς έγινε, αθόρυβα, φυσικά, σα να ’μασταν έτσι χρόνια. Ένα φιλί που δεν ήθελε να τελειώσει, απ’ αυτά που στο τέλος παίρνεις μια ανάσα με τρελό νόημα και λες “πώς αντέχεις τόσο;” Μείναμε για λίγη ώρα έτσι, αγκαλιασμένοι, να λέμε ψιλοκουβέντες και να μην μας νοιάζει ποιος περνάει.

Το υπόλοιπο το αφήνω… γιατί νομίζω είναι από τις στιγμές που δεν χωράνε σε ιστορία. Μείναμε μαζί εκείνο το βράδυ – είπαμε λίγα, νιώσαμε πολλά. Δεν ξέρω ακόμα πού θα πάει όλο αυτό, αλλά τότε κατάλαβα για πρώτη φορά πως αν το αφήσεις να γίνει, αν αφεθείς, μπορεί να ζήσεις κάτι αληθινό· κάτι που ζεσταίνει και τη χειρότερη μέρα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.