Ερωτικές Ιστορίες – Η βραδιά που άνοιξε η καρδιά της Ράνιας στον Γιάννη

Δεν ξέρω πώς να τα πω αυτά τα πράγματα, αλλά, να, θα τα πω όπως μπορώ, με τα δικά μου λόγια. Γιατί πάντα έλεγα ότι αν δεν τα μοιραστείς, μένουν μέσα σου και σε τρώνε. Εδώ και καιρό, κυνηγούσα στη σκέψη μου μια βραδιά, όχι και τόσο παλιά δηλαδή, και να, είπα πως ήρθε η ώρα να τη βγάλω προς τα έξω. Γιατί κι εμένα με είχε κάψει, και ίσως να έχει τύχει σε κι άλλους να νιώσουν έτσι.

Ήταν ένα από αυτά τα Σαββατόβραδα που ξεκινάς χωρίς να περιμένεις τίποτα σπουδαίο. Ο καιρός μούχλα, Μάης μήνας, είχε βγάλει υγρασία και το μπαλκονάκι της καφετέριας μύριζε γιασεμί και βρεγμένο. Είχα πέσει σε μια παρέα του ξαδερφού μου, έτσι τυχαία, που γελούσαν δυνατά κι άναβαν τσιγάρο το ένα πίσω απ’ το άλλο. Στην αρχή πήγα να την κάνω, σαν να ένιωθα παραπάνω από ξένος, αλλά η Ράνια – που την ξέρω χρόνια, έτσι φτηνά-γλυκά, απ’ τη γειτονιά – ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

Να σας πω την αλήθεια, πάντα της είχα μια αδυναμία, αλλά ποτέ δεν το είπα, ούτε καν το άφησα να φανεί. Πάντα, ξέρετε, κάτι είχε με άλλον, πάντα είχε κόσμο γύρω της, και ‘γω με τα δικά μου, δειλός από κούνια. Εκείνη τη βραδιά όμως, την είδα διαφορετικά. Είχε ένα χαμόγελο μισό, ζεστό, σα να έλεγε “σ’ έχω καταλάβει” – κι εμένα μου έκοψε λίγο τα πόδια, το παραδέχομαι.

Μιλήσαμε στην αρχή χαζομάρες. Κοροϊδευόμασταν για τους καφέδες, για τον καιρό, για το πόσο γρήγορα αλλάζει η γειτονιά. Εκείνη φορούσε ένα φουστάνι απλό, μπλε, τίποτα το εντυπωσιακό αλλά πάνω της φαινόταν άλλο πράγμα. Κάθονταν κοντά μου, τα χέρια της έκαναν κύκλους σαν να μιλούσαν κι αυτά μαζί. Σε κάποια φάση – ήταν αρχή της νύχτας ακόμα – άγγιξε το γόνατό μου για να πει κάτι χαριτωμένο, και το χέρι της έμεινε λίγο παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε. Κι εκεί, κατάλαβα πως κάτι μπορεί να αλλάξει, αν αφήσω τον εαυτό μου, έστω για ένα βράδυ.

Προχωρήσαμε τη νύχτα με μπύρες και μάτια που γυαλίζανε όλο και περισσότερο. Το μαγαζάκι εκείνο γέμισε, η παρέα φώναζε, αλλά γώ ήμουν αλλού. Η φωνή της είχε γίνει ένα με το θόρυβο, αλλά ξεχώριζε, μ’ έκανε να ξεχνάω τα πάντα γύρω. Ήταν σαν να μιλούσαμε μόνοι μας, λες κι ο κόσμος είχε μικρύνει και έμεινε μόνο το τραπεζάκι. Κάποια στιγμή, πήρε το κινητό και μου έδειξε φωτογραφίες – κάτι γάτες, κάτι διακοπές, τέτοια. Και όσο τη μύριζα από κοντά, μού ρθε να κάνω μια κίνηση που όλο φοβόμουν.

Δεν το έκανα. Αλλά εκείνη με κοίταξε παράξενα, σαν να περίμενε κάτι. Κι όταν φεύγανε σιγά σιγά οι άλλοι, μου λέει χαμηλόφωνα: “Πάμε μια βόλτα;”. Δεν απάντησα καν, απλά σηκωθήκαμε.

Έξω είχε δροσιά, και κάτσαμε σε ένα πεζούλι στο πάρκο, κάτω από μια λάμπα που τρεμόπαιζε. Ησυχία – μόνο τα δικά μας βήματα και λίγο πιο πέρα, ένας γάτος που νιαούριζε. Καθόμαστε δίπλα-δίπλα και, ξέρω ‘γω, τα χέρια μας σιγά σιγά μπλέξανε μόνο τους.

Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει να πλησιάζει το πρόσωπό σου τόσο κοντά στο άλλο, που να πιάνεις την ανάσα του. Εγώ αυτό έπαθα. Είχε μια μυρωδιά γλυκιά, κάτι από μαλακτικό, κάτι από το δικό της δέρμα. Σαν να με σκέπαζε ολόκληρο εκείνη τη στιγμή. Τα μάτια της χαμηλωμένα, τα χείλη μισάνοιχτα, κι ένιωθα ότι αν έκανα το παραμικρό, τα πάντα θα άλλαζαν.

Άπλωσα χέρι κι ακούμπησα το μάγουλό της δειλά. Πάγωσε για μια στιγμή, μετά γύρισε το πρόσωπό της προς τα δικά μου δάχτυλα και τα φίλησε ελαφρά. Με κοίταξε βαθιά, χωρίς να πει τίποτα. Μου ανέβηκαν τα χέρια. Άγγιξα τα μαλλιά της, το λαιμό. Όλα γίνανε σιγά, τόσο γλυκά που νόμισα πως ο χρόνος σταμάτησε.

Φιληθήκαμε. Όχι ό,τι κι ό,τι φιλί – σιγανό, με προσμονή, με εκείνη τη ζέστη που σου ανεβαίνει στο στομάχι και λιώνεις. Με έσπρωξε ελαφρά πίσω στο πεζούλι, γέλασε χαμηλόφωνα, με κοίταξε στα μάτια, σαν να ρώταγε “πάμε πιο πέρα;”. Της χάιδεψα το χέρι, ένιωσα τις γραμμές της παλάμης της να τρέμουν ελαφρά. Εκείνη πειραματιζότανε, με τα δάχτυλα στην πλάτη μου κάτω απ’ το μπουφάν, με κάτι κρυφά χαμόγελα που όσο τα έβλεπα, τόσο ήθελα να βρίσκομαι πιο κοντά της.

Μείναμε εκεί κάνα μισάωρο, ίσως και παραπάνω. Δεν είπαμε πολλά, και δεν είχε νόημα πια να μιλήσουμε. Άγγιγμα, ανάσα, σιωπή – αυτά λέγανε όλα. Από τα γόνατά της ανέβαινε η αγωνία, κι από τα μάτια της ήξερα ότι ήθελε ό,τι ήθελα. Αλλά δεν το τραβήξαμε παραπάνω – δεν ήταν στιγμή για βιασύνες, δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί ήταν πιο ωραίο έτσι, γεμάτο αναμονή.

Σηκωθήκαμε να φύγουμε όταν ένιωσε μια σταγόνα βροχής στα μαλλιά της. Με κοίταξε, με τράβηξε απ’ το χέρι να φύγουμε γρήγορα. Λίγο πριν χωριστούμε στον δρόμο, με φίλησε ξανά, πιο δυνατά αυτή τη φορά, και μου ψιθύρισε στ’ αυτί, “Αυτό το ήθελα καιρό”.

Γύρισα σπίτι με τον αέρα να βάζει μυαλό. Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Όλη νύχτα σκέφτομαι τα δάχτυλά της, το άγγιγμά της, εκείνη τη μυρωδιά που κουβαλούσα στο γιακά μου. Δεν συναντηθήκαμε αμέσως – κάναμε μέρες να ξαναβρεθούμε, αλλά αυτή η βραδιά έμεινε χαραγμένη, λες και άνοιξε ένα παράθυρο παραπάνω μέσα μου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.