Ερωτικές Ιστορίες – Η βραδιά γνωριμίας στην καφετέρια με τον Αντώνη

Θα στη διηγηθώ όπως ακριβώς τη θυμάμαι, γιατί τέτοιες στιγμές δε φεύγουν ποτέ από το μυαλό. Ήταν ένα βράδυ προς το τέλος του φθινοπώρου, που ακόμα δε λες χειμώνα αλλά η ψύχρα αρχίζει να μπαίνει “μέσα στο κόκκαλο”, που λέει κι ο πατέρας μου. Δούλευα σε μια αποθήκη τότε, φορτοεκφορτώσεις, κουβάλαγα τελάρα όλη μέρα, και τα βράδια μου άρεσε να κάθομαι σε μια μικρή καφετέρια στη γειτονιά, να πίνω ένα ούζο και να ρεμβάζω. Μία βραδιά σαν όλες τις άλλες ήταν. Ή έτσι νόμιζα.

Ήμουν αραχτός στο μπαρ, σχεδόν μόνος – δυο θαμώνες τέρμα δεξιά, ο μπάρμαν χασμουριόταν, κι εγώ στο γνωστό μου σκαμπό, κοιτούσα τα ποτήρια να γυαλίζουν στα φώτα. Και τότε μπήκε εκείνη. Την είχα προσέξει ξανά, κάποιες φορές είχε περάσει απ’ έξω, αλλά πρώτη φορά έμπαινε μέσα.

Ήταν απλή, χωρίς τίποτα παραπανίσιο πάνω της, αλλά όλο το μαγαζί ένιωσα ότι μαζεύτηκε γύρω της. Σκούρα μαλλιά λυτά, ένα μαύρο παλτό, λίγο βρεγμένο απ’ τη ψιχάλα. Ήρθαν τα μάτια μας και στάθηκαν για δευτερόλεπτα – ούτε χαμόγελο, ούτε χαιρετισμός. Μόνο ένα «κάτι» που δε χρειάζεται να το εξηγείς. Ήρθε και κάθισε δύο σκαμπό παραδίπλα. Παράγγειλε γρήγορα, ένα κονιάκ, ούτε καν παγάκι.

Ήτανε μια σιωπή μεταξύ μας, όχι βαριά όμως, πιο πολύ αυτή που σε κρατάει σε εγρήγορση, που θέλεις να δεις αν το άλλο άτομο νιώσει το ίδιο ρεύμα στον αέρα με σένα. Πιάνω τον εαυτό μου να προσέχει κάθε μικρή της κίνηση – το πώς κρατάει το ποτήρι, πώς κατεβάζει τις βλεφαρίδες της όταν την κοιτάζω.

Θέλω πολύ να της μιλήσω, αλλά κρατιέμαι λίγο ακόμα. Παίζει να άκουσε το σφυγμό μου εκείνη την ώρα. Ξέρεις που λες “άσε καλύτερα, μη γίνω ρεζίλι”, αλλά όμως θες, θες και δεν θες.

Κάποια στιγμή αυτή γυρνάει, και ούτε καλησπέρα δεν λέει, μόνο:
—Συνήθως τόσο μοναχικό είναι εδώ;

Γελάω. «Τόσο όσο να τα βγάλω πέρα με τη μέρα μου» της απαντάω. Γελάει κι αυτή – από τα χαμόγελα που τα νιώθεις να σου ζεσταίνουν το στήθος. Σιγά σιγά κολλάει κουβέντα. Πού δουλεύω, από πού είμαι, της επιστρέφω τις ίδιες ερωτήσεις. Μιλάμε με διαλείμματα, όχι ασταμάτητα – κάθε τόσο τσουγκρίζουμε τα ποτήρια, οι σιωπές ανάμεσά μας έχουν γίνει πια γλυκές.

Όσο περνάει η ώρα, η φωνή της γίνεται πιο σιγανή. Βρίσκω μια αφορμή να πλησιάσω στο διπλανό σκαμπό, να τα λέμε «απαρατήρητα». Ανάμεσα μας ούτε μια σπιθαμή, τα πόδια μας αγγίζονται κάτω απ’ τον πάγκο, τα χέρια μας πλησιάζουν επικίνδυνα κοντά όταν ακουμπάμε τα ποτήρια. Η ανάσα της, ανακατεμένη με κονιάκ, σχεδόν μου δίνει ζάλη.

Συναντιόμαστε σχεδόν χωρίς να το έχουμε κανονίσει – το πρώτο χέρι που ακουμπάει διστακτικά πάνω στη δική της γυμνή παλάμη, χαμηλά, εκεί που δε βλέπει κανείς. Εκείνη δεν τραβιέται. Προσέχω, γιατί ξέρω πως αυτό που παίζεται δεν θέλει φασαρία και βιασύνες. Θέλει να σιγοκαίει.

Κι έτσι μένουμε για λίγο. Οι λέξεις είναι όλο και λιγότερες. Είναι σα να συνεννοούμαστε χωρίς να μιλάμε άλλο. Το βλέμμα της μπήγει καρφιά μέσα μου κι εγώ τα δέχομαι, δεν τα αποφεύγω – το χαίρομαι όπως χαίρεσαι όταν σου βάζει η ζωή ένα στοίχημα που δεν ήξερες ότι το ζήταγες.

Εν τέλει, σηκωνόμαστε μαζί, σχεδόν συνεννοημένοι. Βγαίνουμε έξω, χέρι χέρι, κάτω από την ψιχάλα που είχε γυρίσει βροχή κανονική. Δεν είπαμε κουβέντα παραπάνω. Περπατήσαμε ως το σπίτι της. Ανέβηκα χωρίς καμία διευκρίνιση, καμία εξήγηση.

Στο σπίτι, μικρό δυαράκι, τα φώτα χαμηλά, ένα ραδιόφωνο να παίζει σιγανά. Αφήνει το παλτό και στέκεται μπροστά μου, με μια απόφαση που δε την έχω ξαναδεί έτσι, άμεση, καθαρή, σαν να μ’ έψαχνε καιρό. Δεν υπάρχει κάτι βιαστικό, ίσα ίσα που όλα γίνονται αργά, με αυτή την αμηχανία που έχει το πρώτο χάδι, και το πρώτο φιλί που ψάχνει το στόμα χωρίς να το επιτίθεται. Κανείς από τους δυο δε βιάζεται, κανείς δεν διστάζει. Μόνο αυτός ο ήχος της βροχής έξω, και τα δάχτυλά της, που τράβηξαν το χέρι μου και το έφεραν πάνω στα χείλη της.

Το υπόλοιπο της νύχτας ήταν μία αργή, τρυφερή εξερεύνηση – τα γέλια μας χαμηλά, τα σεντόνια να μπλέκονται, τα παράθυρα να θολώνουν από την ανάσα μας. Εκείνη τη βραδιά, όλα φάνηκε να ισορροπούν. Δεν είχε τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο απ’ όσα έπρεπε. Εγώ κι εκείνη, ένας κόσμος δικός μας, για όσο κράτησε.

Το ξημέρωμα με βρήκε να την κοιτάζω, να κοιμάται δίπλα μου – και να νιώθω αυτό το ζεστό, ήσυχο χαμόγελο που δεν έχεις πολλές φορές στη ζωή σου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα. Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.