Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνο το βράδυ του Μάη με την Ελευθερία

Ξέρεις, πολλές φορές αναρωτιέμαι τι βγαίνει όταν δύο άνθρωποι τραβάνε δρόμους εντελώς παράλληλους – κι από μια στραβοτιμονιά, φέρνει η ζωή και συναντιούνται. Εμένα αυτό μου έτυχε, εκείνο το περίεργο βράδυ του Μάη, στη δουλειά. Είχαμε χαλάζι όλη μέρα, η διάθεση κάτω του μηδενός, κι έσκασε στο μπαράκι η Ελευθερία – εγώ πίσω από τον πάγκο, αυτή στον πάγκο απέναντι, εκεί που κάθεται πάντα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη βλέπα. Ερχόταν σχεδόν κάθε Τετάρτη, με μια φίλη της συνήθως, χαμηλόφωνη, κάτι μελαγχολικό είχε στα μάτια της. Ποτέ παραπάνω από ένα ποτό, ποτέ χαβαλές όπως κάνουν άλλες. Της έφερνα πάντα το λευκό κρασί, χωρίς να ρωτάω. Εκείνο το βράδυ όμως ήταν μόνη. Μού ψιθύρισε «πιο βαρύ απόψε» – κι έριξα ουίσκι αντί για κρασί, χωρίς πολλά λόγια. Μου ‘ριξε ένα τέτοιο βλέμμα – λες κι έψαχνε κάτι, κάπου να σταθεί. Υπήρχε μια σιωπή ανάμεσά μας, τελείως περίεργη: οι φωνές από τις παρέες στο μαγαζί έμοιαζαν να φτάνουν αλλού.

Έγειρε λίγο μπροστά στον πάγκο, έπαιξε αφηρημένα με το ποτήρι της. Εγώ σκούπιζα ποτήρια, τη μάτιαζα στη ζούλα. Δε ξέρω, λες κι ένιωσα την ανάσα της να βγαίνει σε μικρά κύματα, στο μεταξύ μας. Κάποια στιγμή, χωρίς να σκεφτώ ιδιαίτερα, πάω κοντά και της λέω «όλα καλά;». Με κοιτάει κατευθείαν, με μια μοβ σκιά στα μάτια, και λέει σιγά: «Όχι και τόσο απόψε… αλλά μην ανησυχείς, συνηθίζεται».

Δεν ήξερα τι να πω, μ’ έπιασε εκείνο το αμήχανο. Ένα κομμάτι μέσα μου μού ’λεγε να γυρίσω πλάτη, όπως κάνω με τα κορίτσια που παραπονιούνται απλώς. Κι ένα άλλο, πιο βαθύ, μού είπε κάτσε λίγο εδώ, μη φύγεις — πριν το σκεφτώ, βρήκα το χέρι μου να ακουμπάει το δικό της στον πάγκο. Παραδόξως δεν το τράβηξε, μόνο το έκανε γροθιά γύρω από τα δάχτυλά μου, διακριτικά, σχεδόν με ντροπή. Ένα ρίγος μ’ έπιασε, κάτι σαν παλιά πληγή που θες να την ξύσεις μα φοβάσαι. Άφησα τα δάχτυλα, έπιασα το ποτήρι της και της ξαναγέμισα, αργά.

Ο κόσμος γύρω σα να χάθηκε· να πω την αλήθεια, όσοι και να μπήκαν ή βγήκαν, δεν τους πολυείδα. Εκείνη άναψε τσιγάρο που της έτρεμε το χέρι. Το φίλησε, τράβηξε μια γουλιά και μου είπε λόγια σπασμένα: «Απόψε δεν έχω πού να πάω». Κι ήταν νωρίς ακόμη, δέκα και τέταρτο. Έκανε ένα αστείο χαμόγελο, σαν να ζητούσε συγγνώμη που υπάρχει έτσι, εύθραυστη, μπροστά σε έναν μπάρμαν που γνωρίζει μόνο από τρία «γεια σου» σε έξι μήνες.

Δεν ξέρω τι με έπιασε. Λέω, χαμηλόφωνα: «Αν θες, μπορώ να τελειώσω νωρίτερα. Να πάμε για ένα περπάτημα». Μου δίνει ένα βλέμμα, περίεργο, ανελέητο — σαν να μαντεύει τη σκέψη μου και πάλι. Κουνάει το κεφάλι. Γυρίζω, λέω στον Γιώργο στο μαγαζί να με καλύψει.

Βγαίνουμε έξω κάτω απ’ τα φώτα της οδού. Βροχή ακόμη – όχι πολύ, ψιλή πια, τα νερά στα πεζοδρόμια. Εκείνη βηματίζει δίπλα μου, όχι κοντά, μα ούτε μακριά. Λέμε ανούσια πράγματα – για τον καιρό, για το πώς δεν την πειράζει να περπατά μες στη βροχή. Κάποια στιγμή κοντοστέκεται κάτω από μια τέντα, ανάβει ξανά τσιγάρο, κι εγώ μένω δίπλα της ακίνητος, να τη θαυμάζω να στέλνει καπνό στον ουρανό, σα να στέλνει μηνύματα που δεν φτάνουν σε κανέναν.

«Ξέρεις γιατί έρχομαι στο μπαρ σου;» μου λέει ξαφνικά, καθώς της τρέχουν μερικές τούφες στα μάγουλα απ’ το νερό. Την κοιτάζω. «Γιατί δεν με ρωτάς τίποτα, μόνο φέρνεις το ποτό και χαμογελάς λες και δε χρειάζεται αντάλλαγμα». Δεν απαντώ, μόνο της χαϊδεύω τα μαλλιά, τα βρεγμένα.

Χωρίς να το περιμένω, βάζει το πρόσωπο πάνω στο στήθος μου. Τη νιώθω να τρέμει μα δεν ξέρω αν είναι απ’ το βράδυ ή από την ανάγκη. Με πιάνει, σχεδόν σφιχτά, στη μέση – βάζω τα χέρια μου γύρω της και κρατιόμαστε έτσι εκεί, κάτω απ’ την τέντα. Περνάει ώρα χωρίς κουβέντα, αφουγκράζομαι την ανάσα της, τα χέρια της στη μέση μου. Νιώθω ένα σκίρτημα τόσο απλό, μα τόσο δυνατό. Ένας ήχος από αυτοκίνητο κάπου μακριά μας τραβάει ξαφνικά. Με κοιτάζει με μάτια κατακόκκινα.

«Φοβάμαι να πάω σπίτι» μου ψιθυρίζει, και το στόμα της τρέμει, δεν ξέρω αν είναι από τα άγχη ή τη στιγμή. Της πιάνω το πρόσωπο με τις παλάμες, κοιταζόμαστε για μια αιωνιότητα (έτσι μού φάνηκε). Θέλω να την φιλήσω – μα διστάζω, λες και όλος ο παλιός μου φόβος μην κάνω βήμα λάθος βγήκε μπροστά.

«Έλα μαζί μου», της λέω μόνο. Δεν ρωτά αν πού ή πώς. Προχωράμε μέχρι το σπίτι μου, αμίλητοι — δυο φιγούρες στη νύχτα, να μοιράζονται ένα μυστικό που γεννήθηκε βουβά.

Το δωμάτιο μυρίζει έντονα υγρασία και κάτι από κλεισούρα — δεν το’ χα τακτοποιήσει, μα δεν την απασχολεί. Κλείνει την πόρτα πίσω της, μένει εκεί, κοιτάζοντας. Πρώτη φορά, ο χώρος μου μου φαίνεται οικείος με κάποιον άλλον μέσα. Δεν ανάβουμε καν φως – μόνο μια λάμπα έξω από το παράθυρο δίνει ένα υπόλευκο χρώμα στα πρόσωπά μας.

Στέκομαι απέναντι, κάπως αμήχανος. Κάνει ένα βήμα, μόνο ένα, και με φτάνει. Αγγίζει τον λαιμό μου. Το άγγιγμά της είναι τόσο δειλό, λες και φοβάται μην τη διώξω. Κι εγώ, έτσι όπως είμαι, τη σπρώχνω – όχι δυνατά, με τρόπο να νιώθει πως ανήκει εκεί, πάνω στο στήθος μου, στα χέρια μου. Το πρώτο φιλί αργεί πολύ — μόνο χάιδια, μικρά αγγίγματα, σαν να χαμογελάμε μεταξύ μας χωρίς στόμα.

Δεν έχει τίποτα το αγχωτικό η στιγμή. Είναι μια σιωπή, μια αφή, ένα αργό ξεδίπλωμα ανάγκης. Δεν πιάσαμε κουβέντα, δεν ήθελε εξηγήσεις εκείνη η νύχτα. Κάθε μικρή ανάσα, κάθε άγγιγμα στα μαλλιά και τα μάγουλα, φέρνει θάλασσα μέσα μου – ρεύματα περίεργα