Δεν ξέρω αν μπορώ να τα πω ακριβώς όπως τα έζησα, γιατί άλλος είναι ο νους όταν τα περνάς, κι αλλιώς τα λες μετά, αλλά θα σου πω τι έγινε εκείνο το βράδυ με τη Μαρία. Ποιος να το ‘λεγε, άντε τώρα εγώ, που δεν με λες άνθρωπο της έξω καρδιάς, να πέσω σε τέτοια φάση, σα νεαρός πάλι.
Ήταν μεσοκαλόκαιρο, σε μια ταβέρνα στα Κουκάκια, δουλειάς παρέα· εγώ τσακισμένος απ’ τη βάρδια, μα με περίεργη διάθεση. Μαζευτήκαμε για λίγα κρασιά, κουβέντα… ξέρεις. Η Μαρία εκεί, τρίτη φορά στην παρέα, μάτια μελαγχολικά, αλλά και κάτι χαμόγελα που άναβαν σαν σπίθες—μην σου πω, μ’ είχαν ανακατέψει όλη νύχτα, πρωτόγνωρο πράγμα. Καθόταν απέναντί μου, κι όσα είπαμε… τίποτα σπουδαίο, αλλά ένιωθα πως ήταν “ανάμεσα από τις λέξεις” που κάναμε παιχνίδι. Βρήκα το θάρρος κι έριχνα κλεφτές ματιές – όχι χυδαίες, αλλά σιγανές, σαν να γινόταν μυστική συμφωνία. Εκείνη χαμογελούσε κάπως αδιόρατα, σαν να ‘ξερε κάτι παραπάνω, και πού και πού “κόλλαγε” το βλέμμα της πάνω μου λίγο παραπάνω απ’ το κανονικό.
Σιγά σιγά άρχισε εκείνο το νανούρισμα που ξέρεις ότι ήρθε η στιγμή, εκείνο το ανεπαίσθητο πάντρεμα γελού και αγγίγματος, που λες “δεν είναι τυχαία αυτά”. Κι όλο, όλο προσπαθούσα δήθεν να μιλάω για αδιάφορα, μα μέσα μου έβραζα, το ήξερα, ακόμα και που έξω φύσαγε λίγο, εμένα φλόγισε η σκέψη, χειμώνα νόμιζα περνάω τα τελευταία της ανάσας της όταν έσκυβε να μου πει κάτι σιγανά.
Ήταν εκείνη η στιγμή που πήγε λίγο να κοπάσει η φασαρία, τα περισσότερα παιδιά σηκώθηκαν να φύγουν, άλλοι τραβήξαν για ποτό, κι εμείς μείναμε οι δυο. Μου λέει, “ψήνεσαι για μια βόλτα ή σε κέρδισε ο καναπές σου για απόψε;” κι εκείνη την ώρα ένιωσα το αίμα μου να φτιάχνει άλλο δρόμο, λες και μέχρι τώρα έτρεχε αλλού και ξαφνικά στάθηκε μόνο στα χέρια και τα μάτια – όπου μπορούσαν να ‘ναι κοντά της. “Βόλτα, ούτε λόγος. Φτάνει να μη λες πως οδηγώ εγώ”, της λέω, παίζοντας λίγο ψευτόμαγκα, πρώτος εγώ που ζορίστηκα.
Περπατήσαμε λίγο προς Φιλοπάππου, έχοντας ο ένας τη φωνή του άλλου και τις σκιές των δέντρων για παρέα. Δεν έχεις ιδέα πόσο έντονα έμοιαζαν όλα – τα μαλλιά της άγρια στο αεράκι, το χέρι μου που άγγιξε το δικό της σχεδόν κατά λάθος, αλλά μετά το κράτησα, μη μου φύγει η στιγμή. Δεν είπε τίποτα—μόνο γύρισε και με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που ήξερα, “εδώ είσαι, μη φοβάσαι”.
Σταματήσαμε σ’ έναν πάγκο· ούτε φώτα, ούτε βαβούρα, μόνο δυο περαστικά γέλια από απέναντι και όλα τα άλλα σιγή. Δεν ξέρω πώς, αντί για κουβέντα, βγήκε μια μεγάλη σιωπή. Από αυτές που, αν δώσεις προσοχή, ακούς μες στο στήθος σου κάτι να χτυπάει. Με κοίταξε στα μάτια, κι εκεί το κατάλαβα παρέδωσα όπλα. Έγειρα πάνω της αργά, ασυνείδητα σχεδόν, σαν να περίμενα από χρόνια πώς θα ακουμπήσει το στόμα μου στο δικό της. Δεν το λέω για ρομάντζο—αλλά έτσι ήταν. Ένιωσα να καίγομαι, σαν να με διαπερνάει ρεύμα, αλλά απ’ αυτά που σε αλαφραίνουν, σε κάνουν δικό σου, σαν να λες “ήρθα και τώρα υπάρχω εδώ, μόνο”.
Το φιλί κράτησε κάτι αιώνιο και κάτι ελάχιστο μαζί. Απλά κλείσαμε μάτια και ό,τι κι αν γινόταν γύρω εκείνη την ώρα, είχε χαθεί. Έσμιξαν τα στόματά μας, τα χέρια της ανέβηκαν στ’ αυχένα μου, τα δικά μου πέρασαν μέσα απ’ τα μαλλιά της, και για λίγα λεπτά δεν υπήρχαν έννοιες—μόνο δέρμα, ανάσα, η καρδιά να χτυπάει όπου αγγίζει ο άλλος σου.
Ούτε που ξέρω πότε, σηκωθήκαμε να περπατήσουμε ξανά. Εκείνη μου ‘πιασε τα δάχτυλα, τα έσφιξε λίγο μ’ έναν τρόπο χαμηλόφωνο, γεμάτο υποσχέσεις. Δεν χρειάστηκε να πει κανείς τίποτα—είχαμε πει όσα χρειαζόταν μ’ αυτό το φιλί. Ο δρόμος μέχρι το σπίτι μου φαινόταν άπειρος, αλλά η ανάσα της δίπλα δύσκολα μ’ άφηνε να σκεφτώ καθαρά.
Όταν φτάσαμε, με κοίταξε, χάιδεψε το σβέρκο μου και είπε μόνο “θα μπω μέσα, αν το θες”. Δεν απάντησα. Της άνοιξα, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Μέσα, δεν βιαστήκαμε. Πήγε να μείνουμε αγκαλιά στην πολυθρόνα, ζεστά, αργά, να μιλάμε σιγανά, να γελάμε, να ακουμπάμε τα πρόσωπα, να χάνονται τα λεπτά. Η λάμψη στα μάτια της έλεγε περισσότερα απ’ όσα καταφέρνω να πω τώρα. Εκείνη τη νύχτα, όπως ήμασταν γυμνοί χωρίς να έχουμε καν βγάλει τα ρούχα, νομίζω αγγίξαμε κάτι που κράτησε πουθενά· καμιά λέξη δεν το πιάνει, σαν να είσαι λίγο έξω απ’ τον χρόνο.
Ξημέρωσε γλυκά, χωρίς εξηγήσεις ή μεγάλες κουβέντες. Η Μαρία είχε ένα χαμόγελο μόνο για μένα και στο βλέμμα εκείνο το αδιόρατο “θα ξανασυμβεί”. Με φίλησε στο μέτωπο, μου ψιθύρισε κάτι δικό μας και χάθηκε στα σκαλιά.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Λευτέρης.