Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνη η νύχτα στα Εξάρχεια με τη ματιά που δεν ξέχασα ποτέ

Δεν ήμουν ποτέ από τους τύπους που θα κάθονταν να διηγηθούν ιστορίες τους σχετικά με τα ερωτικά. Όχι ότι ντρεπόμουν, απλά τα κρατούσα βαθιά μέσα μου, κάτι σαν μικρό φυλαχτό από παλιά, μη τυχόν και το χάσω. Εκείνη τη βραδιά όμως, χρόνια πριν, όλα λες κι άλλαξαν λίγο μέσα μου.

Ξεκίνησε όπως ξεκινάνε τα περισσότερα πράγματα – τελείως τυχαία. Είχα βγει με την παρέα σε ένα μαγαζί στα Εξάρχεια. Εκείνη ήταν με μια δικιά της φίλη, δεν την είχα ξαναδεί. Η αλήθεια είναι πως από νωρίς είχε τραβήξει το βλέμμα μου, αλλά προσπαθούσα να μην το δείξω. Ξέρεις τώρα… έτσι κάνουμε οι άντρες, λες και αν το δείξουμε πάει, τελείωσε το παιχνίδι. Μετά την τρίτη μπύρα όμως άρχισαν να χαλαρώνουν όλα. Τα γέλια, τα βλέμματα, τα τυχαία αγγίγματα στο τραπέζι.

Έπιασα τον εαυτό μου να την ψάχνει ανάμεσα στον κόσμο, να θέλω να ακούσω τη φωνή της, να στέκομαι λίγο παραπάνω κοντά της κάθε φορά που πηγαίναμε για τσιγάρο στο πεζοδρόμιο. Μια φορά, εκεί κοντά στη μία το βράδυ, είχαμε μείνει σχεδόν οι μόνοι μας έξω, στο πεζούλι. Έσκυψε να μου ανάψει τσιγάρο – θαρρείς δεν ήξερα να ανάψω μόνος μου, αλλά ήθελα να τη δω από τόσο κοντά. Εκείνη τη στιγμή κοίταξε κατευθείαν στα μάτια μου και χαμογέλασε. Δεν μιλήσαμε ούτε δευτερόλεπτο. Τίποτα. Απλά ένα χαμόγελο, αλλά ένιωσα λες και μου γύρισε το μέσα έξω.

Όταν φύγαμε όλοι, για κάποιο λόγο δεν μπήκα αμέσως στο ταξί μαζί με τους άλλους. Ξενυχταγα εκεί στο πεζοδρόμιο, λες και περίμενα κάτι. Και δεν χρειάστηκε καν να ψάξω κάτι να της πω, γύρισε και μου λέει: «Πού μένεις;» Της απάντησα και μου είπε: «Έλα, σε πάω εγώ με το αμάξι.» Δεν ξέρω αν έκανε κρύο εκείνο το βράδυ, θυμάμαι όμως, ένιωθα να βράζω ολόκληρος.

Στο αμάξι επικρατούσε μια σιωπή ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που θέλουν να φωνάξουν, χωρίς να βγάλουν ούτε λέξη. Μου έβαλε χαμηλά μουσική. Κάποιο κομμάτι παλιό, φωνή γυναίκας, δεν το συγκράτησα. Πήγα να της πω κάτι, είπε «μη μιλήσεις», και απλώς χαμογέλασε πάλι, σαν να ήθελε να παρατείνει τη στιγμή.

Έφτασε σπίτι μου, αλλά δεν κατέβηκα. «Θες να ανέβεις;» τη ρώτησα, χωρίς να μπορώ να κρύψω ούτε το τρέμουλο στη φωνή μου. Δεν απάντησε αμέσως, γύρισε πρώτα το βλέμμα μακριά. Περίμενα την ανάσα της να γίνει λέξη. Τελικά είπε ναι.

Ανεβήκαμε και δεν άναψα καν φως. Ένιωθα την ανάσα της πίσω μου. Έβγαλε το μπουφάν της αργά, σχεδόν σιωπηρά, το κρέμασε στην καρέκλα. Κάθισε στο κρεβάτι και με κοίταζε, να δω αν θα κάνω το πρώτο βήμα. Κι εγώ κοιτούσα τα χέρια της. Μόλις τα ακούμπησε στα γόνατά της, πλησίασα. Πρώτα ακούμπησα τη δική μου παλάμη στο δικό της πόδι, να τη ρωτήσω χωρίς να μιλήσω: «Είμαι καλά εδώ;» Κι εκείνη δεν τράβηξε το χέρι της.

Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει, μα όταν σου γυρνάει ο έρωτας στο κεφάλι, όλα τα υπόλοιπα γύρω σβήνουν. Ακούς μόνο μια ανάσα, ένα κόμπο κάπου στον λαιμό. Το ίδιο βράδυ, το χέρι της ακούμπησε στο δικό μου λαιμό, με χάιδεψε όπως χαϊδεύεις ζώο πληγωμένο. Φοβόμουν, το ομολογώ, αλλά αυτός ο φόβος ήταν πιο γλυκός από κάθε σιγουριά που είχα στη ζωή μου.

Τα φιλιά ήταν αργά, τρυφερά, λες και φοβόμασταν μη σπάσει η στιγμή και την ξυπνήσουμε. Ούτε καν φώτα, ούτε τίποτα – μόνο κάτι φώτα απ’ έξω που έμπαιναν από τα στόρια και ζωγράφιζαν γραμμές στο πρόσωπό της. Δεν υπήρχε λόγος να μιλήσουμε, ό,τι είπαμε εκείνο το βράδυ το είπαμε με χέρια, βλέμματα και σιωπή. Σου μιλάω αλήθεια, ολόκληρος ο κόσμος συρρικνώθηκε στο δωμάτιο και μόνο τ’ όνομα της της ήρθε δυο-τρεις φορές στο στόμα μου.

Ξημέρωσε και ούτε που το καταλάβαμε. Κοιμηθήκαμε δυο ώρες όλο κι όλο, μετά από ένα σωρό σιωπές με ανοιχτά μάτια, πλάτη-πλάτη, δάχτυλα μπλεγμένα. Όταν σηκώθηκα πρώτη φορά, κοιτούσα το πρόσωπό της. Ήταν ήσυχη, σχεδόν χαμογελαστή. Εκείνο το πρωινό ένα τέτοιο βλέμμα ζήλεψα, που νιώθεις ασφαλής ακόμα κι άμα δεν ξέρεις καν αν θα ξαναδείς τον άλλον.

Όταν έφυγε, μου άφησε στο τραπέζι τον αριθμό της γραμμένο σε ένα σκισμένο χαρτί. Κράτησα εκείνο το χαρτί σχεδόν ένα εξάμηνο στο πορτοφόλι μου. Δεν χρειάστηκε να το πάρω τηλέφωνο, ξαναβρεθήκαμε τυχαία σε μια πλατεία το καλοκαίρι. Αγκαλιαστήκαμε σαν να μην είχαν περάσει παρά μόνο δέκα λεπτά από εκείνη την πρώτη νύχτα.

Δεν ξέρω αν ήταν έρωτας ή κάτι που μοιάζει μ’ αυτόν. Αυτό που ξέρω είναι πως ποτέ ξανά δεν με κοίταξε άλλος άνθρωπος έτσι, με τέτοια ησυχία, τέτοια έλξη και τέτοιο τρέμουλο.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.