Ερωτικές Ιστορίες – Εκείνη η νύχτα με την Ελένη

Ήταν ένα βράδυ καθημερινό, Τρίτη αν θυμάμαι καλά, λίγο μετά τις έντεκα. Είχα γυρίσει από τη δουλειά, ξεθεωμένος, κι είπα να μην πάω πουθενά, να κάτσω σπίτι, να πνίξω το μυαλό μου σε κανένα μπουκάλι μπίρα και δυο τσιγάρα. Το κινητό χτύπησε διστακτικά, αργά, λες κι ήξερε ότι μπορεί να μη σηκώσω. Το σήκωσα. Ήτανε η Ελένη.

Δεν ήταν κάτι σπουδαίο, ούτε μεγάλος έρωτας. Την ήξερα καιρό από κάτι φιλίες, τίποτε φιλενάδες που βγαίναμε όλοι μαζί. Χιλιοειπωμένα, δήθεν αστεία, τάχα αμηχανία και στην πραγματικότητα λίγη προσμονή, λίγο να χτυπάει η καρδιά αλλιώς. Μου είπε: «Μπορώ να περάσω; Δεν με παίρνει ο ύπνος…» Δεν σκέφτηκα καν να πω όχι.

Πέρασε κανένα μισάωρο, χτύπησε το κουδούνι μαλακά, σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει όλη τη γειτονιά. Της άνοιξα. Φορούσε εκείνο το παλτό το μακρύ το γκρι, κάτι φουλάρι, τα μαλλιά χαλαρά, μυρωδιά βροχής – είχε ρίξει λίγη ψιχάλα έξω. Στάθηκε στην πόρτα ούτε κοντά ούτε μακριά. Μου χαμογέλασε «Σόρι που άργησα…». Δεν της απάντησα. Ένιωσα να καίει ο λαιμός μου.

Κάτσαμε στην κουζίνα, ανάψαμε δύο τσιγάρα, κουβέντα ψιθυριστή γιατί ήταν αργά και μου ’χε μείνει η φωνή κομματιασμένη. Η Ελένη άγγιξε το φλυτζάνι με τα δάχτυλά της, έπαιζε με το στόμιο, κι εγώ προσπαθούσα να διαβάσω μέσα στα μάτια της τι ζητούσε από μένα εκείνο το βράδυ. Δεν λέγαμε τίποτα γι’ αυτό – μόνο για δουλειές, τρέξιμο, αστεία του γραφείου, αλλά ένιωθα ότι το πράγμα μάς πήγαινε αλλού.

Σ’ ένα γύρισμα της κουβέντας, έγειρε πάνω στο τραπέζι, τα μαλλιά της να πέφτουν μπροστά, φωτισμένη απ’ το φως της λάμπας της κουζίνας, κι εγώ σαν να με χτύπησε ξαφνικά τούτο το άρωμα που φοράει, λες και θέλησα ν’ απλώσω το χέρι μου, να αγγίξω έστω τα μαλλιά της. Δεν το έκανα. Δεν είχα το θάρρος, ακόμη. Τα μάτια της όμως, μου χαμογελούσαν. Ήξερε.

Σηκώθηκε να φέρει ακόμη δυο μπίρες. Έσκυψε λίγο μπροστά μου, κατάλαβα πως ήθελε να ακουμπήσει κατά λάθος το χέρι της στο δικό μου. Πνίξαμε για λίγο την αμηχανία μέσα στα γέλια – να μη φανερώσουμε και πολύ πόσο θέλαμε κάτι να γίνει. Τα δάχτυλά της ζεστά, λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω. Ο ηλεκτρισμός τότε ξύπνησε για τα καλά.

Δεν μπορώ να πω ούτε πώς, ούτε πότε, βρεθήκαμε από την κουζίνα στον καναπέ. Καθόμασταν κοντά, ούτε αγγίζαμε ούτε μέναμε μακριά – μια απόσταση να σε τρελαίνει. Εκείνη γύρισμά της είπε «έχεις ωραία μάτια όταν μη μιλάς», κι εγώ ένιωσα μόλις να μου διαλύεται όλο το μέσα. Δεν ήξερα πού να την κοιτάξω, έτσι όπως είχε σκύψει και το πρόσωπό της ήταν δίπλα μου. Ήθελα να πω κάτι αστείο, αλλά μόνο χαμογέλασα. Εκεί κατάλαβα πως ήθελα να τη φιλήσω, να σταματήσει όλη αυτή η σιωπή και το τρέμουλο.

Δεν βιάστηκα ούτε βιάστηκε. Καθίσαμε για λίγα λεπτά ο ένας κοντά στον άλλο, κοιταζόμασταν και λέγαμε κάτι χαζά, αλλά κάθε τόσο τα μάτια μας τα συναντιόντουσαν και σκάγαμε στα γέλια από την αγωνία, γέλια παιδικά, αμήχανα. Το χέρι της τότε ήρθε και ακούμπησε απαλά το δικό μου, σα να μου έλεγε «ήρθε η ώρα». Γύρισα κι εγώ και της χάιδεψα τα μαλλιά πίσω απ’ το αυτί. Την κοίταξα: «Θες να κοιμηθείς εδώ;» ρώτησα χαμηλόφωνα, όχι από θάρρος αλλά γιατί φοβόμουν τη στιγμή. Κούνησε τον ώμο της, σαν παιδί, «θα δούμε», μου είπε.

Τότε μπλέχτηκαν αργά τα πρόσωπά μας, ανάμεσα σ’ εκείνες τις μικρές σιωπές που ακούς μόνο την ανάσα του άλλου. Πλησίασα, δίστασα λίγο σ’ ένα εκατοστό, κι εκείνη το ’κανε. Με φίλησε, ήρεμα, χωρίς να βιάζεται, σαν να ήθελε να γευτεί ώρα το φιλί. Τα χέρια μας μπλέχτηκαν, πιασμένοι ο ένας απ’ τον άλλον, τα δάχτυλά μας να ψάχνουν τόπους γνωστούς κι άγνωστους.

Ανταλλάσσαμε λόγια μισοσβησμένα, βλέμματα τρυφερά, χάδια που διαρκούσαν παράξενα πολύ, κάτι ανάμεσα σε ερωτική θέρμη και εκείνη τη γλύκα που κρατάει το βράδυ ζωντανό. Δεν υπήρχε τίποτα φασαριόζικο, τίποτα φτηνό. Μόνο εκείνη, εγώ, δυο ανάσες και μια λάμπα χαμηλωμένη. Πόσες φορές ένιωσα την παλάμη της να γλιστράει πάνω στη μέση μου, να χαϊδεύει τον αυχένα μου, να σταματάει λίγο στην καρδιά μου, εκεί που το στήθος μου χτύπαγε σαν τρελό.

Κατάλαβα εκεί, πως ήθελα να μείνω έτσι. Να μην προχωρήσει το βράδυ, να μείνει παγωμένο, σαν να βρήκα κάτι αληθινό, ένα κομμάτι που δεν το περίμενα. Εκείνη με κοίταγε, χαμογελούσε και κάθε τόσο ανοιγόκλεινε τα μάτια της σα να το ζούσε κι αυτή εξίσου έντονα. Δεν χρειάστηκε να πούμε περισσότερα. Ξάπλωσε δίπλα μου, αγκαλιά, και τα σώματά μας ταίριαξαν αβίαστα.

Η νύχτα πέρασε, χωρίς να τη μετρήσω. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος για λίγες ώρες. Δεν έγινε τίποτα βιαστικό· μόνο χάδια, μόνο αγκαλιές και φιλιά στις σκιές. Τα ρούχα της τα βγάλαμε σιγά-σιγά, με εκείνον τον σεβασμό που δίνει αξία σε κάθε άγγιγμα. Η καρδιά μου χτυπούσε περίεργα δυνατά, λες και ήθελε να σπάσει το στήθος μου και να τρέξει έξω. Εκείνη κουρνιασμένη επάνω μου, με τα δάχτυλα μπλεγμένα στα δικά μου, μου ψιθύριζε μικρές λέξεις που δεν θυμάμαι τώρα, αλλά θαρρώ με ζέσταναν όσο τίποτα άλλο.

Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, της χάιδεψα το πρόσωπο, τα μαλλιά, το σβέρκο. Ένιωσα γαλήνη, κάτι σαν σιωπηλό θαύμα. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά αυτή η νύχτα μου έμεινε κι ας μην κράτησε πολύ. Γιατί το πρωί, σαν ξυπνήσαμε, χαμογελάσαμε απλά και μείναμε λίγη ώρα έτσι, ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρίς να χρειάζεται να πούμε τίποτε.

Η Ελένη ντύθηκε αθόρυβα, μου άφησε ένα φιλί και μου είπε: «Τα λέμε». Κι έφυγε έτσι ήσυχα όπως ήρθε, μ’ εκείνη τη μυρωδιά βροχής να μένει λίγο ακόμη γύρω μου. Δεν ξαναμιλήσαμε γι’ αυτό, ούτε το ξαναζήσαμε έτσι – αλλά εγώ το κρατάω μέσα μου, όπως κρατάς κάτι δικό σου, γλυκό, που δεν ξέρεις αν θα το βρεις ξανά.

Αυτά έζησα εκείνη τη βραδιά. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.