Δεν ξέρω πώς να το αρχίσω, αν και έχουν περάσει κάμποσα χρόνια – κάθε που το θυμάμαι, το νιώθω το ίδιο ζωντανό. Λένε για εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες που μυρίζουν θάλασσα και γιασεμί, αλλά εγώ στη δική μου ιστορία, εκείνο που μου ’χει μείνει είναι ένα λερωμένο ποτήρι κρασί σ’ ένα δωματιάκι στη Νέα Φιλαδέλφεια και το γέλιο της Έλενας να σκάει πάνω μου όπως κλαίει το παιδί στο δημοτικό. Γειτονιά φτώχεια, αλλά έξω φώτα, παρέες, κανίσκια απ’ το φούρνο και τα ραδιόφωνα στις αυλές να παίζουν λαϊκά ως αργά.
Ζούσα τότε στο πατρικό – μικρό σπίτι, φασαρία, κι εγώ πάντα ψυλλιασμένος, να βολτάρω στις πλατείες, μ’ ένα πακέτο Μάλμπορο στην κωλότσεπη και τα νεύρα μου διάολε, γεμάτος εκείνες τις ανησυχίες που ’χουν οι εικοσάρηδες. Την Έλενα την είχα προσέξει καιρό, απ’ το καφενείο που δούλευε το απόγευμα κάνα δίμηνο μέχρι να φύγει ο ήλιος. Μεγάλα καστανά μάτια, σοβαρή, αλλά όταν γελούσε, λες άνοιγε το δωμάτιο φως ολόκληρο. Δεν ξέρω τι μ’ έσπρωξε εκείνο το Σάββατο και της πήγα το κόκκινο γαρίφαλο – έβγαλα χούι γελοίο αλλά με παρέσυρε το βλέμμα της. Το πήρε δίχως να πει τίποτα, βούτηξε λίγο τα μάγουλα και με κέρασε ρακί.
Άρχισε εκείνο το βράδυ ένα παιχνίδι ανάμεσά μας, που ήταν γεμάτο λόγια μισοτελειωμένα – “Αν είχα μια μέρα μόνο, θα πήγαινα θάλασσα.” “Εγώ θα πήγαινα στου Λευτέρη, να πάρω γαλακτομπούρεκο.” Και κοιτάζαμε ο ένας τα χέρια του άλλου, πότε θ’ ακουμπήσουμε κατά λάθος ή όχι. Τέτοια μικρά, που σπάνε το χρόνο στα δύο. Μια, δυο εβδομάδες αυτό το ίδιο – κάθε μεσημέρι που περνούσα να πάρω τσιγάρα, την έβρισκα με φουστάνι πορτοκαλί, μια κοτσίδα και μισό χαμόγελο να με ζεσταίνει.
Τελικά έγινε το μεγάλο το βήμα ένα βράδυ με βροχή. Το μαγαζί άδειο, οι δρόμοι νερό – μπήκα να ζεσταθώ δήθεν, μα στην ουσία απ’ το πρωί το ’χα στο μυαλό μου. Κλείσαμε το καφενείο μαζί, κι εκεί που έβαζε τα ποτήρια μέσα μου λέει “Σε λίγο πιάνω τρένο για Πειραιά. Θέλεις να ’ρθεις;” Στην αρχή κοκάλωσα, μα το ποτήρι που είχε πλύνει και το στέγνωσε στα χέρια μου φάνηκε βαρύ σαν υπόσχεση.
Φύγαμε μες στη βροχή, δυο παιδιά που κάνανε ότι δεν ξέρανε ότι όλα ήταν σαστισμένα και καρδιοχτύπι. Περπατούσαμε χωρίς ομπρέλα, βρεγμένοι ως το κόκαλο, σα να είχαμε τσακωθεί με τους πάντες κι ήμασταν οι δυο μας κόντρα σ’ όλη τη Φιλαδέλφεια. Μπήκαμε σ’ ένα μικρό τρένο σχεδόν άδειο, καθίσαμε αντικριστά και δεν ξέρω πόση ώρα κοιτιόμασταν χωρίς να μιλάμε. Τα γόνατά μας ακουμπούσαν που και που, και κάθε τόσο έβλεπα στο τζάμι το πρόσωπό της μπερδεμένο με το δικό μου.
Στον Πειραιά δεν είπαμε πού πάμε – απλά βγήκαμε, χωθήκαμε σ’ ένα σινεμά που έπαιζε μια παλιά ταινία, βγαλμένη από άλλα χρόνια. Εγώ ήμουν σαν να χαζεύω κάτι που μόλις ανακάλυψα πως μου έλειπε, κι αυτή κάπου το ’ξερε και γέλαγε χωρίς λόγο, να τρέμουν λίγο τα δόντια της από την υγρασία. Εκεί, στο μισοσκόταδο, της έπιασα το χέρι. Είναι αστείο πώς γίνεται λες να περνά ρεύμα από μια απλή αφή – τους ανθρώπους τους νιώθεις απ’ το δέρμα, όχι απ’ τα λόγια.
Βγήκαμε, δεν είχαμε πού να πάμε, γυρίσαμε πίσω ίδια ώρα, μέσα στη νύχτα. Στο δωματιάκι μου, της έψησα ελληνικό, βγάλαμε τα βρεγμένα και καθίσαμε δίπλα στη μικρή σόμπα. Δεν είπαμε πολλά. Ένιωσα τότε το σώμα της να ακουμπάει το δικό μου – στην αρχή διακριτικά, μετά πιο σφιχτά, και μύριζε βρεγμένη βανίλια. Μια στιγμή γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Ησυχία. Κι ύστερα, έτσι απλά, κλείσαμε ο ένας για τον άλλο τον κόσμο απέξω.
Εκείνο το βράδυ δεν έγινε κάτι που να μπορώ να σου το πω με λέξεις – έγινε κάτι που το θυμάσαι μετά στα χέρια σου, σαν να καίγεσαι απαλά, όχι απ’ τη φωτιά μα απ’ αυτό που κατάλαβες όταν άγγιξες άνθρωπο όπως δεν τολμούσες ποτέ πριν. Σιωπή κι αγκαλιά, δυο μάτια απέναντί μου κι η ανάσα της τόσο κοντά που δεν ήθελα τίποτα άλλο να συμβεί.
Το πρωί φύγαμε χώρια. Δεν υπήρχε ούτε υπόσχεση, ούτε φιλιά στο δρόμο. Όλα σιωπή και δυο χαμόγελα που έμειναν σκιασμένα μέχρι σήμερα στο δέρμα μου. Ακόμα καμιά φορά σκέφτομαι τη βραδιά σαν κάτι που έγινε κι ύστερα γλίστρησε πάλι ανάμεσα στα χρόνια – σαν τρένο στη βροχή, που μόνο το φως του μένει πίσω σου όταν χάνεται.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.