Εκείνο το βράδυ δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Ήμουν μόνος στο σπίτι, τέλη Νοέμβρη, από εκείνα τα βράδια που κλείνεις παντζούρια κι αφήνεις την τηλεόραση να παίζει για παρέα. Το κρύο πάντως είχε μπει για τα καλά – χαμήλωσα το θερμοστάτη κι έβαλα τσάι σε μια από κείνες τις παλιές, λευκές κούπες. Πάντα τις προτιμούσα, αν και έχουν όλες μικρό, σχεδόν αόρατο ράγισμα στο χείλος.
Το σπίτι μου είναι από τα παλιά, με ξύλινα πατώματα που τρίζουν και λεπτά τούβλινα τοιχώματα. Μονίμως νιώθεις σαν να περνάει αέρας από χαραμάδες που δεν βρίσκεις ποτέ να κλείσεις. Το σαλόνι, παλιά σαλοτραπεζαρία, κοιτάει στο στενό δρομάκι πίσω από την εκκλησία. Οι περισσότεροι γείτονες είναι ηλικιωμένοι – τα φώτα στις πολυκατοικίες σβήνουν από νωρίς. Εκείνο το βράδυ ήμουν σίγουρος πως μόνο στο σπίτι της Ελένης ίσως θα ακουγόταν τηλεόραση τέτοια ώρα.
Είχα χαμηλώσει τα φώτα, ήθελα να ξεκουραστώ, κι έκλεισα και το κινητό – μόνο το σταθερό άφησα στη βάση του, ήσυχο στη γωνία, όπως παλιά. Όσο ξετύλιγα τις σκέψεις μου, ακούστηκε ένα πρώτο, πολύ χαμηλό τρίξιμο από το παιδικό που δεν χρησιμοποιώ πια. Τίποτα περίεργο, το ξύλο πάντα κάνει αυτά τα κόλπα μόλις πέσει η θερμοκρασία. Αλλά ήταν στο πιο απότομο σημείο, σαν ελάχιστο γρατζούνισμα πάνω σε μέταλλο.
Βγήκα στο διάδρομο και κοντοστάθηκα – φαντάστηκα τη γάτα της κάτω γειτόνισσας, που μερικές φορές χάνει το δρόμο και τρυπώνει στο κλιμακοστάσιο, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Η ησυχία έσπαγε μόνο από ένα εντελώς μονότονο βουητό απ’ τον θερμοσίφωνα κι ένα μακρινό γαύγισμα. Ήπια λίγο τσάι και προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως όλα βαίνουν ήσυχα.
Αλλά οι λεπτομέρειες αρχίζουν πάντα αθόρυβα: όταν γύρισα στη θέση μου, παρατήρησα πως μια φωτογραφία στο ράφι ήταν στραβή. Κάποιες φορές η γάτα παλούκωσε το σκαμπό, αλλά τώρα δεν μιλούσαμε για δύο εκατοστά – ήταν ολόκληρη γυρισμένη, σχεδόν σαν να κοίταγε προς την κλειστή μπαλκονόπορτα. Δεν έδωσα σημασία· το αγνόησα, όπως αγνοώ πάντα τις μικρές τρύπες στο σοβά. Έκατσα. Έσβησα την τηλεόραση – η φασαρία με τρόμαζε περισσότερο.
Ανοίγω το βιβλίο που ξαναδιαβάζω κάθε χειμώνα. Μόνο που αυτή τη φορά, ακόμα κι όταν οι σελίδες σταματούν να γυρνούν, νιώθεις μέσα σου πως κάτι δεν κολλάει· ένα αίσθημα φόβου υπόγειο, που δεν εξηγείται. Παύση. Κάτι ακούγεται, αδιόρατο, από την κουζίνα. Ένας μεταλλικός ήχος – χαμηλός, σιγανός.
Όταν πλησίασα, δεν είδα τίποτα. Άφησα από συνήθεια το φως χαμηλό – σιχαίνομαι τα δυνατά φώτα αργά το βράδυ. Κοιτώντας το ρολόι, διαπίστωσα πως είχαν περάσει μόνο είκοσι λεπτά. Το σπίτι μύριζε λίγο βρεγμένο ξύλο, όπως κάθε χειμώνα. Τότε ο ήχος ξανάρθε, αλλά αυτή τη φορά απ’ το μπάνιο. Σα να κυλάει κάτι κάτω από τα πλακάκια, ή σαν να σύρεται, με πολύ ήσυχους παλμούς – και μετά πάλι σιωπή.
Στάθηκα δίπλα στην πόρτα του μπάνιου, κρατώντας το φλιτζάνι. Ήπια μια γουλιά και προσποιήθηκα πως δεν μ’ ενοχλεί. Μα ο ήχος ήταν εκεί: ένα χαμηλό, ασταθές ξύσιμο – και ένα βούισμα στο βάθος, σα φωνή μακρινή, να σέρνεται μέσα στον απορροφητήρα. Άνοιξα την πόρτα και κοίταξα, στεγνός αέρας μόνο· τράβηξα το φως, τίποτα δεν φαινόταν, ούτε σκιά ανθρώπου ούτε σκοτεινιά παράξενη.
Γύρισα να φύγω και τότε ακούω πάλι το πιο περίεργο απ’ όλα: φωνή χαμηλή, σαν ψίθυρο, να λέει το όνομά μου. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν δικό μου παραλήρημα απ’ τη νύστα, μα ο τρόπος που ακούστηκε… Σα να το σιγοψιθύριζαν έξω απ’ το παράθυρο, απέναντι απ’ τον δρόμο, στα μισά της νύχτας. Το άκουσα καθαρά: με καλούσε σαν να πετάει το όνομά μου στον αέρα. Τίναξα το κεφάλι, πάγωσα – ήταν σίγουρο πως δεν άκουσε άνθρωπος. Όμως κανείς δεν περνούσε τέτοια ώρα.
Πήγα στην εξώπορτα και κοίταξα απ’ το ματάκι. Σκοτάδι πυκνό, ησυχία πηχτή. Σκέφτομαι πως ίσως το μυαλό μου παίζει παιχνίδια· ίσως το κουρασμένο μου σώμα ακούει ό,τι θέλει, για να κρατιέται ξύπνιο. Κλείνω όλα τα φώτα εκτός ένα μικρό φωτάκι στον πάγκο της κουζίνας – μ’ έκανε να νιώθω λιγότερο μόνος.
Τότε, εκεί που πάω στο δωμάτιο, βλέπω κάτι ακόμα που δεν βγάζει νόημα: η παλιά μου εφημερίδα, που ξέρω ότι την είχα διπλώσει μέσα στο συρτάρι, είναι απλωμένη πάνω στο τραπεζάκι. Και το χειρότερο; Κάποιος έχει κυκλώσει με στυλό μια αγγελία κηδειών, ενώ εγώ δεν είχα στυλό στην κουζίνα από το Πάσχα σχεδόν.
Η ατμόσφαιρα βαρύθυμη, σαν να πάγωσε κάτι στον αέρα· ακόμα και το τρίξιμο των ξύλων έχει σταματήσει. Σ’ εκείνη τη σιγή, ακούω πάλι το ψιθύρισμα, μόνο που τώρα ακούγεται ακόμα πιο κοντά, πιο καθαρά, να με φωνάζει μ’ έναν τόνο σχεδόν αναγνωρίσιμο.
Τρέχω στο υπνοδωμάτιο, κλείδωσα πίσω μου. Το μόνο φως προέρχεται απ’ το μικρό φωτάκι το οποίο τρεμοπαίζει, σαν συσπάει κάτι μέσα απ’ το γυαλί. Μα είναι καταχείμωνο, τα φώτα δεν τρεμοπαίζουν έτσι, εκτός αν τραβήξεις απότομα το διακόπτη στην κουζίνα. Κάθομαι ήσυχος στο πάτωμα. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι πως μπορεί και να τα έχω χάσει τελείως. Όμως τότε, ακούω κάτι ακόμα: στην αρχή σαν να σέρνεται πάνω στην πόρτα η άκρη από γυμνό νύχι ή μικρό σύρσιμο. Έπειτα, ακριβώς δίπλα απ’ το αυτί μου, σχεδόν δίχως αέρα, ακούγεται πάλι το όνομά μου. Αυτή τη φορά, ήταν η φωνή της μητέρας μου, παλιά, όπως μιλούσε όταν ήμουν μικρός.
Δεν κουνιέμαι. Δεν ανασαίνω σχεδόν. Ούτε τολμώ να κοιτάξω το κινητό που τρεμοπαίζει χωρίς να υπάρχει ειδοποίηση στην οθόνη. Μένω εκεί, περιμένοντας να περάσει, να ξημερώσει, να σβήσει το σκοτάδι και να φέρει μαζί του εκείνη την ησυχία που πάντα ήλπιζα πως δεν θα σπάσει ξανά.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρίνα.