Τρομακτικές Ιστορίες – Το ψιθύρισμα από το ταβάνι

Δεν έχω συνηθίσει να μιλάω για εκείνο το βράδυ, κι αν με ρωτούσες πριν λίγο καιρό θα σου έλεγα ότι τα πιο παράξενα πράγματα που μου έτυχαν στη ζωή ήταν αυτά που συμβαίνουν σε όλους—να ξεχάσω τα κλειδιά μου, να χάσω το τελευταίο λεωφορείο, τέτοια. Είμαι λογικός άνθρωπος. Δουλεύω σε γραφείο, ζω μόνος, και τα βράδια συχνά χαζεύω τηλεόραση ή μιλάω για λίγο με τη μητέρα μου στο τηλέφωνο πριν κοιμηθώ.

Ήταν Τετάρτη, το θυμάμαι γιατί είχα φέρει μαζί μου δουλειά στο σπίτι και ήθελα να τελειώσω τις σημειώσεις για την παρουσίαση της Παρασκευής. Έβρασα μακαρόνια, άδειασα πλυντήριο—όλα δηλαδή τόσο καθημερινά και βαρετά που ούτε θα τα θυμόμουν, αν δεν ακολουθούσαν τα υπόλοιπα.

Όλα άρχισαν με έναν ήχο. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν η τηλεόραση. Σαν να τρίζει στα κρυφά κάπου το ηχείο, μια κρύα, μεταλλική τσιρίδα που παράσερνε και τη σιωπή στο πέρασμά της. Έκανα mute στην τηλεόραση, αλλά ο ήχος, αντί να χαθεί, απλώθηκε—σαν να κάθισε πάνω στις κουρτίνες, στις σκιές του σαλονιού και γαντζώθηκε στους τοίχους. Σταμάτησε, ωστόσο, πριν προλάβω να του δώσω ιδιαίτερη σημασία. Υπέθεσα ότι ήταν κάποιον σωλήνας ή τα μηχανήματα από το συνεργείο δίπλα.

Μετά, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, το άκουσα πάλι. Ένα ελαφρύ, σιγανό περπάτημα, σαν να πιέζει κάποιος το ξύλο του πατώματος προσεκτικά, χωρίς να θέλει να ακουστεί. Σηκώθηκα, τεντώθηκα περίεργα, και ένιωσα κάτι μέσα μου να ξυπνάει—όχι φόβος. Ήταν πιο πολύ σαν ξαφνικό ρεύμα αέρα στο δωμάτιο, κάτι απειλητικό χωρίς εικόνα.

Κοίταξα έξω από το παράθυρο της άλλης κάμαρας. Η πολυκατοικία απέναντι είχε τα φώτα κλειστά—μόνο στο δεύτερο ένας τύπος χαζολογούσε στο κινητό του. Τα φώτα του δρόμου έκαναν σκιές στο χαλί μου. Έτριψα τα χέρια μου, κοίταξα για πέμπτη φορά αν η πόρτα είναι κλειδωμένη.

Ήταν δεν ήταν δύο το βράδυ όταν το σπίτι πάγωσε ολόκληρο. Δεν ξέρω αν περιγράφω σωστά, αλλά ξαφνικά είχε τόση σιωπή που νόμιζα, αν μιλούσα, θα ράγιζε κάτι στον αέρα. Μια σιωπή πηχτή, χοντρή, που από κάτω της ακουγόταν κάτι—σαν να χτυπάει ένα ρολόι πολύ αργά, ή κάτι να στάζει. Έβαλα το αυτί μου στην πόρτα του δωματίου. Τίποτα.

Εκείνη την ώρα, από κάτω, από το πάτωμα, ακούστηκε ένα είδος ψιθύρισμα. Όχι κάποιοι γείτονες· δεν έμοιαζε ανθρώπινο. Ήταν πιο πολύ σαν λευκός θόρυβος, βαρύς και ψυχρός μαζί. Τεντώθηκα, πήρα το κινητό στο χέρι και σκέφτηκα να καλέσω κάποιον. Ποιον; Να πω τι ακριβώς; Δεν είχα να περιγράψω τίποτα, μόνο τον ήχο κι εκείνη την ακατανόητη αίσθηση.

Μέσα στην κουζίνα η λάμπα τρεμόπαιζε. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι άνοιξα το φως στον διάδρομο. Κάτι στο πάνω μέρος της πόρτας είχε αφήσει ένα στεγνό, σκουρόχρωμο ίχνος, σαν να σύρθηκε κάτι βιαστικά και άφησε το αποτύπωμα του—ή μήπως το είχα ξαναδεί και δεν το θυμόμουν; Έσκυψα να το πιάσω, αλλά το δέρμα μου πάγωσε πριν το αγγίξω: είχε μια μυρωδιά υγρασίας, μούχλας, κάτι αρχαίο και νεκρό.

Τότε άρχισε το τρίξιμο, επίμονο αυτή τη φορά. Σαν να περπατούσε κάποιος αργά στον επάνω όροφο. Δεν έχω από πάνω κανέναν—ειμαι στον τελευταίο. Κάτι μέσα μου, μια παλιά, παιδική φωνή, μ’ έσπρωχνε να τρέξω προς την πόρτα—αντί να βγω, όμως, έμεινα εκεί. Χαζός ή από πείσμα, δεν ξέρω.

Είδα, χωρίς να διακρίνω πραγματική σκιά ή κίνηση, τη σκούρα λωρίδα ξανά στη λάμπα και για μια στιγμή μού φάνηκε πως κάτι στέκεται εκεί—όχι με σχήμα ακριβώς, μα περισσότερο σαν να πάγωσε ο αέρας σε μια μικρή περιοχή, σαν μια καμπύλη παραμόρφωση. Ένα αόρατο πρόσωπο που κοιτούσε εμένα, εκείνο το φως, αυτή τη συγκεκριμένη νύχτα.

Έκανα μερικά βήματα πίσω. Καθόμουν ακίνητος, ακούγοντας το ρολόι στην κουζίνα να χτυπάει πιο δυνατά από ποτέ, και για πρώτη φορά στη ζωή μου σκέφτηκα να φύγω από το ίδιο μου το σπίτι, έτσι όπως ήμουν με τη φόρμα, χωρίς κλειδιά, χωρίς κινητό.

Το ψιθύρισμα φούσκωνε σιγά σιγά, γινόταν πιο ρυθμικό, σχεδόν μελωδικό, ένας ήχος που ακουμπούσε τις άκρες των πραγμάτων. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνεις, αλλά κάποιες φορές, ο τρόμος είναι τόσο απόλυτος που φοβάσαι να κουνηθείς μη σου ζητήσει εξηγήσεις αυτό που σε κοιτάζει. Κατέβασα το βλέμμα, μα ένιωθα ότι κάτι κουνιόταν ψηλά, στις γωνιές του ταβανιού—σαν σκιές απ’ τις κουρτίνες ενώ δεν φυσούσε ούτε φύλλο.

Δεν ξέρω πώς κύλησε η ώρα. Κοιτούσα τη λάμπα, έφτιαχνα σχέδια: “τώρα θα βγεις, θα πας στο διάδρομο, θα ανάψεις όλα τα φώτα”. Δεν έκανα τίποτα. Στο τέλος, ο ήχος έσβησε τόσο αργά που σχεδόν αναρωτιόμουν αν τον είχα όντως ακούσει ή αν τον είχα φανταστεί. Αλλά το ίχνος πάνω στην πόρτα έμεινε. Την επόμενη μέρα, είχε στεγνώσει τελείως και δεν έβγαινε με τίποτα—κι ούτε, κι αυτό στο ορκίζομαι, κανείς ξέρει τι το προκάλεσε.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κάθε φορά που το σπίτι ησύχαζε για λίγο, το ψιθύρισμα γύριζε φίδι γύρω απ’ το κεφάλι μου και, απ’ τη σιγανή διαδρομή του, καταλάβαινα ότι αυτό που με κοιτούσε δεν σχεδίαζε να φύγει. Από τότε, όταν πέφτει ησυχία, το ακούω ακόμα.

Αυτή την ιστορία μου την έστειλε ο Αντώνης.