Τρομακτικές Ιστορίες – Το σύρσιμο πίσω από την πόρτα

Δεν ξέρω αν υπάρχει ιδανικός τρόπος να ξεκινήσω, γιατί όταν κάτι το ζεις, σου φαίνεται αστεία καθημερινό μέχρι τη στιγμή που — δίχως να το θες — όλα γέρνουν προς το αλλόκοτο. Αυτή η μέρα ήταν σαν κάθε άλλη. Ήταν τέλη Οκτώβρη, ψυχρούλα, είχα μόλις τελειώσει τη δουλειά και πεινούσα. Επέστρεφα σπίτι μου, στα Πατήσια, γύρω στις οχτώ το βράδυ˙ συνηθισμένη ώρα, ίδιο δρομολόγιο, κανένας άνθρωπος που να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος.

Το σπίτι μου βρίσκεται σε μια παλιά πολυκατοικία, τέλη ‘60 – με το μωσαϊκό στην είσοδο και τη μυρωδιά από σαπούνι Αρκάδι ανακατεμένη με υγρασία. Δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, αλλά το αγαπώ. Έχω ένα μικρό διαμέρισμα στον τρίτο. Το ασανσέρ τρίζει σαν να μπαίνεις σε κουρδιστό κουτί, και μισώ να το χρησιμοποιώ.

Τη μέρα εκείνη, κάτι με έκανε να προτιμήσω τη σκάλα. Την ανεβοκατεβαίνω συχνά, για άσκηση λέω στον εαυτό μου, αλλά είναι κυρίως ότι εκείνο το ασανσέρ με αγχώνει. Τα φώτα στον διάδρομο έπαιζαν το γνωστό παιχνίδι τους—κίτρινο φως που τρεμόπαιζε, ειδικά στην τρίτη σκάλα, λίγο πριν το πλατύσκαλο. Εκεί νομίζω πως όλα ξεκίνησαν.

Ήταν σιωπή, απ’ αυτή που κλείνουν τα αυτιά σου, σαν να πέφτει ένα πέπλο. Κάποιος είχε αφήσει μια σακούλα ‘Χαράρι’ με πορτοκάλια έξω απ’ το διαμέρισμα απέναντι, αλλά ο ιδιοκτήτης ταξιδεύει καιρό τώρα, παίζει να ‘χει μήνες να φανεί. Προχώρησα, δεν έδωσα σημασία. Το κλειδί μου κόλλησε λίγο στην πόρτα, όπως πάντα. Την άνοιξα, μπήκα. Πέταξα τσάντα, στάθηκα όρθιος να χαλαρώσω πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου.

Και τότε το άκουσα. Πίσω από μένα – δυο σκαλοπάτια πιο πάνω, εκεί που δεν υπάρχουν άλλα διαμερίσματα – ένα σύρσιμο. Αργό, σχεδόν πνιχτό, σαν νά ‘συρε κάποιος τις παντόφλες πάνω σε βρεγμένο τσιμέντο. Όχι βήματα, τοο σύρσιμο. Με έπιασα να γελάω, παραλογίζομαι, είπα. Έκλεισα την πόρτα ήρεμα.

Η νύχτα προχώρησε ήσυχα, αλλιώτικη όμως. Ορίστε μια λεπτομέρεια – η τηλεόραση έκανε παράσιτα, τη μία έβγαζε εικόνα, μετά την έχανε, σα να πέρναγε κάποιος μπροστά της κι έκοβε το σήμα. Το ψυγείο μου βούιζε αργά, παρατεταμένα, περισσότερο απ’ όσο συνήθως. Κάτι σα να έτριζε από την εσωτερική αυλή, αλλά τα άφησα όλα στην άκρη, ενοχλημένος μ’ εμένα που πρόσεχα τέτοιες βλακείες.

Λίγο πριν τις δέκα, βγήκα στο μπαλκόνι για ένα τσιγάρο. Από απέναντι, κάτω ακριβώς, παλιός νεοκλασικός τοίχος – σκούρα σίδερα κι από πάνω κισσός. Δε συνάντησα ποτέ κανέναν να μένει εκεί τρία χρόνια τώρα. Την ώρα που άναβα το τσιγάρο, διέκρινα στη γωνία του κήπου έναν άνθρωπο. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι έβαλα το μυαλό μου να παίζει παιχνίδια με σκιές. Δεν κινήθηκε κανείς. Έκλεισα τα μάτια, δύο δευτερόλεπτα. Τα ξανάνοιξα. Άδειο το σημείο.

Γύρισα μέσα. Τα νεύρα μου σφιγμένα, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Κλείδωσα καλά, κι ας ένιωσα γελοίος. Άναψα τον βραστήρα να κάνω ένα χαμομήλι, μπας και χαλαρώσω.

Έπειτα, πήγα ως το υπνοδωμάτιο, να βρω ένα βιβλίο. Ο διάδρομος – σύντομος, στενός, μόνο μια παλιά αφίσα θεάτρου στους τοίχους – μ’ έκανε να νιώσω σαν να περνάω σήραγγα. Εκεί, άκουσα, ή νομίζω πως άκουσα, το ίδιο σύρσιμο από πριν. Πιο κοντά. Να έρχεται απ’ έξω, προς την πόρτα. Μαζί μ’ έναν ελαφρύ ήχο, σύντομο, ανεπαίσθητο· σα να έτριζε κάτι στο χαμηλό πάτωμα της εισόδου. Πάγωσα.

Πήρα το κινητό όπως όπως, το φως από την οθόνη γλίστρησε στον διάδρομο. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Μα, όταν πλησίασα την πόρτα, ήρθε μια μυρωδιά στυφή, αλλόκοτη. Ούτε αποφάγια, ούτε σκουπίδια. Κάτι παλιό, βαλτωμένο, ανάμεσα σε πέτρα και ιδρώτα. Έμεινα εκεί, να αφουγκράζομαι για λεπτά. Μπορεί και να κράτησα την ανάσα μου, δεν ξέρω.

Γύρισα στο σαλόνι, πήγαινα να κάτσω όταν ακούστηκε επιτέλους η φωνή – μα όχι από την είσοδο με το κουδούνι. Από μέσα από τους τοίχους. Ήταν χαμηλή, ζεστή, ανεπαίσθητη, σα να μιλούσε κάποιος μέσα από μαξιλάρι.

Σταμάτησα. Δεν κατάλαβα λέξη. Επαναλήφθηκε, δυο φορές ακόμα. Δεν τόλμησα να απαντήσω. Έλεγα στον εαυτό μου – σίγουρα ξεχνώ τον ήχο της τηλεόρασης, κάποιον σωλήνα, το ψυγείο που φωνάζει. Προσπάθησα να αδιαφορήσω.

Εκείνη τη στιγμή, οι λαμπτήρες στο μικρό φωτιστικό του σαλονιού χαμήλωσαν, σα να ‘πεσε η τάση. Και τότε το ίδιο παράσιτο ήρθε στα ηχεία – αποκρουστικός ηλεκτρικός θόρυβος, ο τρόπος που “ξεχειλίζει” ο ήχος και γίνεται σχεδόν σιωπή. Τίποτα να ακούγεται γύρω, μόνος μου, κι όμως σίγουρος πως κάποιος άλλος ανέπνεε κοντά.

Έκανα το λάθος και κοίταξα προς την κουζίνα. Η πόρτα ήταν μισόκλειστη. Ανάμεσα στο φως και τη σκιά, ένα περίγραμμα. Δεν είδα τίποτα καθαρό, όχι σώμα, ούτε πρόσωπο — απλώς η αίσθηση πως κάτι υπήρχε στο μεταίχμιο. Περίμενα λίγα δευτερόλεπτα, αλλά το “κάτι” έμεινε, μα δεν έκανε βήμα. Περίμενε. Όπως κι εγώ.

Πέρασε ώρα; Ήταν δευτερόλεπτα; Δεν ξέρω. Όσα κι αν πέρασαν, δεν άλλαξε τίποτα. Το ίδιο περίγραμμα, το ίδιο αλλόκοτο φως, το ίδιο σύρσιμο που πια ακουγόταν παντού, μόνο που δεν μετακινιόταν – έμοιαζε περισσότερο με αναπνοή του σπιτιού. Δεν μπορώ να το εξηγήσω καλύτερα.

Έκανα να πλησιάσω, το περίγραμμα χάθηκε, το σκοτάδι στη θέση του. Ένιωσα να με διαπερνά ψύχρα που έμεινε πάνω μου. Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ, ούτε το επόμενο. Δύο εβδομάδες μετά άλλαξα σπίτι, με κάθε δυνατό τρόπο.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.