Τρομακτικές Ιστορίες – Το σφύριγμα στην αυλή των Μεγάρων

Δεν ξέρω αν οι λέξεις μου θα αποδώσουν αυτό που έζησα, ούτε αν πρέπει να προσπαθήσω να το εξηγήσω. Αλλά θα ξεκινήσω μ’ ένα απολύτως απλό πρωινό, αρχές Σεπτέμβρη, τότε που τα καλοκαιρινά βράδια είχαν πια αρχίσει να γίνονται λίγο πιο μικρά και η αυλή να μυρίζει σιγανό κάψιμο από ξερόχορτα.

Είχα αποφασίσει να περάσω το σαββατοκύριακο στο παλιό σπίτι του θείου μου, έξω από τα Μέγαρα, για να βάλω μία τάξη στις αποθήκες και να ξεκαθαρίσω κάτι ντουλάπες που είχαν μείνει χρόνια κλειστές. Το σπίτι ήταν πέτρινο, με χοντρούς τοίχους και μεγάλα ξύλινα παντζούρια που έτριζαν διαρκώς. Από παιδί θυμάμαι αυτό το σπίτι να βγάζει μια θαμπή μυρωδιά σκόνης και μούχλας, αλλά ποτέ δεν με είχε φοβίσει στ’ αλήθεια. Ίσως επειδή πάντα με περίμενε η γιαγιά μου πίσω απ’ την πόρτα με μια φέτα ζεστό ψωμί.

Εκείνο το απόγευμα, όμως, ήμουν μόνος. Ακόμα και οι γείτονες έλειπαν. Το χωριό έμοιαζε κούφιο. Έβγαλα το αμάξι στο πλάι, κατέβασα τη σακούλα με τα ψώνια, λίγο νερό, καφέδες, και μπήκα μέσα. Ο ήλιος έκλεινε χαμηλά πίσω απ’ τα δέντρα, μα υπήρχε ακόμα φως. Έχεις ένα περίεργο αίσθημα τότε, που μπαίνεις σ’ ένα μέρος που έχει πάψει να είναι σπίτι και είναι πια μονάχα χώρος. Τα έπιπλα είχαν σκεπάσματα, τα ρολόγια σταματημένα, κι όλα έμοιαζαν σχεδόν περιμένοντας.

Έβαλα να βράσω λίγο καφέ. Το μόνο που άκουγα ήταν το νερό που σιγόβραζε και κάπου μια μύγα που έπιανε κύκλους γύρω απ’ το φως της κουζίνας. Ειρηνικές λεπτομέρειες, μικρά, αυτονόητα πράγματα.

Έβγαλα ένα τσιγάρο, άνοιξα το πίσω παράθυρο να πάρει αέρα. Έξω, ο κήπος, τίποτα ασυνήθιστο. Ή αρχικά έτσι νόμιζα. Για μια στιγμή, κάπου μακριά προς την παλιά λεμονιά, νόμισα πως είδα κάποιον να κινείται, σκιά μάλλον, αλλά υπέθεσα πως θα ήταν καμιά γάτα.

Έκατσα στη μεγάλη τραπεζαρία κι άρχισα να ξεδιαλέγω κάτι κουτιά με παλιά γράμματα και φωτογραφίες. Όλα ήσυχα, εκτός από πού και πού ένα κρακ από τα ξύλα της οροφής. Αλλά τα μοναχικά σπίτια πάντα έχουν τέτοιους ήχους.

Τότε, καθώς ξεφύλλιζα ένα κιτρινισμένο άλμπουμ, άρχισα να προσέχω ότι οι φωτογραφίες είχαν κάτι… περίεργο. Δεν μπορώ να το εξηγήσω εύκολα. Ήταν φωτογραφίες ανθρώπων γνωστών μου, του θείου, του πατέρα, της γιαγιάς, αλλά μες στα μάτια τους, σε κάποιες, υπήρχε μια σκοτεινιά, μια σκιά, σαν να γράφανε την εικόνα στη χαμηλή ανάλυση, ή σαν να μούτζρωνε κάτι μέσα απ’ το γυαλί. Ακόμα και στη φωτογραφία του θείου μου, η γωνία του στόματος φαινόταν λίγο πιο χαμηλά, σαν να ’χε τραβηχτεί προς τα κάτω, χωρίς λόγο.

Έκλεισα το άλμπουμ. Είπα πως θα μ’ επηρέασε η κούραση απ’ τη δουλειά. Πήγα να βάλω ένα ποτήρι νερό, αλλά το νερό έτρεχε καφετί για λίγα δευτερόλεπτα πριν καθαρίσει. Έβαλα το ποτήρι στο τραπέζι και βγήκα έξω, να πάρω λίγο αέρα.

Το φως είχε σχεδόν χαθεί. Ο κήπος, γεμάτος σκιές, φαινόταν διαφορετικός — μεγαλύτερος, θα έλεγες, λες και τα δέντρα είχαν ανοίξει ανάμεσά τους κάποιο πέρασμα που δεν θυμόμουν να υπήρχε ποτέ. Άκουγα μόνο τα τζιτζίκια, και κάτι που αρχικά το πέρασα για κουκουβάγια, αλλά δεν ήταν κουκουβάγια. Ήταν ένας ήχος, μονότονος, ένα «πιιιιιι» σαν παγωμένο σφύριγμα, που έμενε ίδιο, απαράλλαχτο, κάθε δέκα δευτερόλεπτα ξανά και ξανά.

Γύρισα μέσα και κλείδωσα την πόρτα, χωρίς να το σκεφτώ καλά καλά. Τα ρολόγια ακόμα είχαν κολλήσει στην ίδια ώρα που τα είχα βρει το πρωί, τρεις και εικοσιεφτά. Το κινητό έπιανε μόνο δύο γραμμές, κανένα μήνυμα. Πιάστηκα να κοιτάζω το παράθυρο που έβλεπε προς τον κήπο. Στηριζόμουν στο περβάζι, προσπαθώντας να θυμηθώ αν ακριβώς έτσι ήταν πάντα τα δέντρα, αν υπήρχε πάντα αυτό το μικρό μονοπάτι ανάμεσά τους.

Ο ήχος συνέχισε. Πιιι, πιιι, πιιι. Κάτι στον τόνο του με έκανε να ανατριχιάζω. Αν τον παρακολουθούσες αρκετά, σου έδινε την εντύπωση πως κάτι ερχόταν πιο κοντά.

Άφησα το παράθυρο κλειστό και κατέβηκα στο υπόγειο, να ψάξω κάτι εργαλεία, μπας και αλλάξω μια λάμπα που τρεμόσβηνε. Το υπόγειο ήταν υγρό, είχε ένα παλιό ψυγείο που δεν λειτουργούσε, κι ένα ράφι με βαζάκια μαρμελάδες του ’90. Όσο καθόμουν εκεί, αντί να σηκώσω τη λάμπα, έβλεπα το δάπεδο — κάπου στην άκρη, εκεί που τέλειωνε το πλακάκι και άρχιζε το μπετό, είχε κηλίδες, σαν πατίνα, αλλά διάφανη, άχρωμη, δύσκολο να καταλάβεις αν ήταν βραχυκυκλωμένες αποτυπώματα ή απλώς υγρασία. Τα παρατήρησα με περιέργεια — έμοιαζαν να ακολουθούν ένα σχήμα, σαν πατημασιές, αλλά λιγότερο φυσιολογικές, πιο στενόμακρες, όχι σε ζευγάρια… σα να περπατούσε κάτι χωρίς πόδια.

Ο ήχος συνέχιζε από ψηλά. Ξαφνικά κοβόταν για ένα λεπτό, μετά ξανάρχιζε, κάθε φορά ελαφρώς πιο δυνατό, όταν πια νύχτωσε κι όλα σκοτείνιασαν. Έσβησα τα φώτα του υπογείου, ανέβηκα αργά, με την καρδιά μου να χτυπάει χωρίς να ξέρω το γιατί.

Στην κουζίνα η λάμπα ακόμα τρεμόσβηνε. Έκατσα στο τραπέζι και έγινα φύλακας της σιωπής, προσπαθώντας να μην ακούω τίποτα απ’ έξω, ούτε το μονότονο πιιί, ούτε το παραμικρό κρακ στα κάδρα. Μόνο το ψυγείο έκανε τοπικές εκρήξεις θορύβου, και μετά τίποτα πάλι.

Σε κάποια στιγμή, εκεί που καθόμουν, ακούστηκε ένα δυνατό γδούπο από το πίσω δωμάτιο, αυτό που είχε πάντα ένα παλιό γραφείο. Πήρα ανάσα, χτύπησε η καρδιά μου. Σηκώθηκα αργά, άναψα τον φακό του κινητού, πήγα προς τα κει.

Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Στην αρχή δεν φαινόταν τίποτα. Και μετά, στ’ αλήθεια δεν ξέρω πώς να το περιγράψω… Για ένα κλάσμα, η σκιά του γραφείου μεγάλωσε σαν να κάλυψε τον τοίχο μέχρι τα δοκάρια. Μια ψυχρή, απροσδιόριστη μυρωδιά μπήκε στο στόμα μου. Ο ήχος, εκείνο το πιιι, ακούστηκε για πρώτη φορά μέσα απ’ το δωμάτιο.

Σκέφτηκα να φύγω, αλλά μια παράλυση, σαν να είχαν κολλήσει τα πέλματά μου στο πάτωμα, με κράταγε εκεί. Ένιωσα τότε έναν αέρα παγωμένο να με χαϊδεύει απ’ τον σβέρκο μέχρι το μέτωπο. Και μέσα στον ήχο, άκουσα κάτι. Μια φράση, ψιθυριστή, να περνά χαμηλά στο αυτί: «Εδώ είμαι…». Δεν μπόρεσα καν να καταλάβω αν ήταν φωνή αντρική ή γυναικεία, ή αν ήταν καν πραγματικός ήχος ή μέσα στο κεφάλι μου. Εκείνη τη στιγμή, το δωμάτιο σκοτείνιασε πιο πολύ, και το πιιι γινόταν κάθε φορά πιο κοντά, μέχρι που σχεδόν ακουμπούσε το δέρμα μου.

Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα από το πώς βρέθηκα έξω απ’ το σπίτι, να τρέχω στο σκοτεινό χωματόδρομο, ούτε πώς πήρα το αμάξι και γύρισα πίσω στην Αθήνα. Μόνο ότι το πιιι, εκείνο το μονοκόμματο, άψυχο σφύριγμα, τρύπωνε στ’ αυτιά μου για μέρες.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παύλος.