Εκείνο το σπίτι, τώρα που το σκέφτομαι, δεν είχε κάτι αξιοσημείωτο απ’ έξω. Μικρό, παλιό, σε μια ήσυχη γειτονιά κάπου στην Καλλιθέα. Δεύτερος όροφος, μπαλκονάκι γεμάτο γλάστρες με κυκλάμινα, βαριά, ξύλινη πόρτα, δυο κολλημένα κουδούνια. Αν το έβλεπες στο δρόμο, θα έλεγες «τίποτα ιδιαίτερο».
Το νοίκιασα επειδή ήταν φτηνό κι ήθελα να βρω την ησυχία μου — μόλις είχα χωρίσει τότε, ήθελα να βρω ξανά τα πατήματά μου μόνος μου. Η πρώτη μέρα μέσα ήταν σαν κάθε μετακόμιση: χαρτοκιβώτια παντού, δυο φίλοι να βοηθάνε, δουλειά μέχρι αργά και μετά κουτιά πίτσα στα γόνατα, μπύρες και κουρασμένο γέλιο. Το μόνο που πρόσεξα ήταν πως το σαλόνι μύριζε ελαφρώς υγρασία, μια μυρωδιά παλιάς κουβέρτας ή κλεισμένης ντουλάπας. Το απέδωσα στο ότι στα περισσότερα τέτοια διαμερίσματα έχει μήνες να μπει άνθρωπος.
Την πρώτη βραδιά δεν κοιμήθηκα καλά. Από πάνω μου ακούγονταν κάτι σα βήματα. Βαριές κρούσεις, πάντα ίδιες, σαν βήματα κάποιου που περπατάει γύρω-γύρω το ταβάνι μου — όχι κατά μήκος: κυκλικά. Σκέφτηκα «γελοίο», πίστεψα πως ήταν σωλήνες ή κάποιο ζωάκι, αλλά τα βήματα σταματούσαν πάντα περίπου στις τρεις τα ξημερώματα. Ησύχαζαν, μετά απόλυτη σιγή. Ξύπνησα κουρασμένος.
Οι μέρες περνούσαν. Πήγαινα δουλειά, γύριζα, έτρωγα κάτι, άνοιγα λίγο το παράθυρο του σαλονιού για να φύγει η μυρωδιά, έβαζα μουσική χαμηλά. Άρχισα να παρατηρώ πως τα κυκλάμινα στο μπαλκόνι μάραναν γρήγορα — τα ψέκαζα, τα πότιζα, αλλά μαραίνονταν παράξενα: τα πέταλα έπεφταν όλα μαζί, μέσα σε ένα πρωινό. Ο φίλος μου, ο Βασίλης, γέλασε: «Να τους μιλάς, άμα μιλήσεις στα φυτά μεγαλώνουν». Έπιασα τον εαυτό μου μια-δυο φορές, σκέψου, να ψελλίζει «καλημέρα» στα μαραμένα κυκλάμινα κι ένιωσα χαζός.
Συνέχισα να ακούω τον ήχο τα βράδια. Μια, δυο, τρεις φορές. Κάθε βράδυ. Στις τρεις ακριβώς όλα πάγωναν. Σηκώθηκα τότε ένα βράδυ λίγο μετά τις δύο, με λόγο να πάω στην τουαλέτα. Κι όπως περνούσα μπροστά από το παράθυρο, μες στη μισοσκότεινη σιωπή, μου φάνηκε πως είδα μια σκιά να κινείται στο κλιμακοστάσιο, πίσω απ’ τη θαμπή τζαμαρία. Δεν ενόχλησα όμως, ούτε την παρακολούθησα. Τέτοια ώρα, σκέφτηκα πάλι, οι σκιές χορεύουν.
Τα Σαββατοκύριακα, που ξυπνούσα πιο αργά, το πράγμα χειροτέρευε. Κάθε τόσο, όταν ξάπλωνα στο σαλόνι να διαβάσω εφημερίδα, κάτι μου τράβαγε την προσοχή: μια πόρτα ν’ ανοιγοκλείνει στην κουζίνα ενώ δεν είχε ρεύμα, ο ήχος ενός κομματιού γυαλί που σέρνεται στο πάτωμα, σαν νύχι. Μου ερχόταν τότε μια έντονη επιθυμία να πάω προς το παλιό ντουλάπι έξω απ’ την κρεβατοκάμαρα, να κοιτάξω μέσα. Δεν το έκανα. Το ένιωθα να με καλεί, σχεδόν ψιθυριστά, και σκεφτόμουν ξανά και ξανά πώς θα ήταν να το ανοίξω. Έχω δει αρκετές ταινίες για να μη μ’ αρέσουν τα περίεργα ντουλάπια σε ξένες γκαρσονιέρες.
Ένα μεσημέρι του Απρίλη, είχε βαριά βροχή. Δούλευα σπίτι. Ήταν όλα ήσυχα, βαριά, μουντά. Κι εκεί, γύρω στις τρεις παρά, τα φώτα αναβόσβησαν. Για μια στιγμή, το σαλόνι βυθίστηκε στο μισοσκόταδο, και στο τζάμι της μπαλκονόπορτας φάνηκε, για σπάσιμο δευτερολέπτου, το είδωλό μου… ή κάτι που στεκόταν πίσω μου. Στάθηκα ακίνητος, κρύος. Κατέβασα τα μάτια χαμηλά, λες και κάτι θα περπατούσε προς τα πόδια μου. Το πάτωμα φαινόταν περίεργα υγρό, σαν να ’χε στάξει νερό εκεί που πατούσα, αλλά οι παντόφλες μου ήταν στεγνές.
Τότε, χωρίς βιασύνη, μου ήρθε μια σκέψη: τόσες μέρες, ούτε ένας γείτονας δεν μου είχε χτυπήσει. Ούτε μια φωνή από απέναντι. Τα φώτα ποτέ δεν φαινόντουσαν αναμμένα στους άλλους ορόφους. Φίλους καλούσα μόνο εγώ. Μοναχικά βράδια, μοναδικός ήχος το τικ-τακ του ρολογιού. Σα να μένα μόνος σε ένα κουτί… και κάτι άλλο.
Κείνο το βράδυ, αποφάσισα να μπω στο ντουλάπι εκείνο, έτσι για να το κλείσω από το μυαλό μου. Ήταν μετά τα μεσάνυχτα. Το σπίτι σιωπηλό – μόνο στην κουζίνα έσταζε το βρύση. Άνοιξα το ντουλάπι. Μέσα, τίποτα: δύο παλιοί γάντζοι, λίγο τσαλακωμένο χαρτί και μια φωτογραφία που είχε πέσει πίσω από τα ράφια. Εκείνη η φωτογραφία… Ήταν θολή, τραβηγμένη στο ίδιο αυτό σαλόνι, αλλά τα έπιπλα ήταν αλλόκοτα, χαμηλά, σχεδόν σαν παιδικά — και στη μέση της φωτογραφίας, μια φιγούρα με την πλάτη στη μηχανή, πολύ λεπτή, σαν ισχνή σκιά. Το παράξενο ήταν πως η σκιά στο πάτωμα, στα πόδια της φιγούρας, δημιουργούσε ένα μαύρο σχήμα που δεν έμοιαζε ανθρώπινο. Ένιωσα πως, ότι κι αν ήταν αυτό, κοιτούσε κι εμένα από το χαρτί. Ανέβηκε ένα ρίγος, βαθύ, μακρύ, στη ραχοκοκαλιά μου.
Το ξενύχτησα εκείνο το βράδυ, μπροστά στη φωτογραφία. Δεν τόλμησα να την πετάξω — την άφησα πάλι στο ντουλάπι, όπως ήταν, σαν κάτι να απαγόρευε να αλλάξω θέση σ’ ό,τι βρέθηκε εκεί. Πήγα για ύπνο, μα δεν με πήρε ο ύπνος. Γύρω στις τρεις, ως συνήθως, τα βήματα ξεκίνησαν ξανά. Αυτή τη φορά… ένιωσα πως πλησίαζαν. Πώς να το εξηγήσω; Σαν το πάτωμα να βάραινε κάθε φορά που ακούγονταν. Το ταβάνι σχεδόν χαμήλωσε. Κάποια στιγμή, ανάσα μακρινή, βαριά, σαν αέρας που φυσάει ανάμεσα από πέτρες, μου πάγωσε τα πόδια.
Μετά, όλα σταμάτησαν. Από τότε ήταν λες και κάτι είχε ανοίξει — όχι το ντουλάπι, αλλά μια χαραμάδα μέσα στο σπίτι, ή ίσως μέσ’ στο ίδιο το κεφάλι μου. Άκουγα το ίδιο βήμα, μέρα και νύχτα, εκεί στην άκρη της προσοχής μου. Καμιά φορά, πίσω απ’ τον ώμο μου, στον καθρέφτη, νομίζω πως φαίνεται ακόμα αυτή η μορφή: λεπτή, ξεθωριασμένη, πάντα με γυρισμένη πλάτη προς εμένα.
Δεν έμεινα πολύ καιρό σ’ εκείνο το σπίτι. Όταν έφυγα, έκλεισα τα πατζούρια και δεν ξανακοίταξα πίσω.
Αυτή την ιστορία, μου την έστειλε η Ειρήνη.