Θα σας πω κάτι που, όσο περνάνε τα χρόνια, ορκίζομαι πως ήταν αληθινό. Δεν ξέρω αν το θυμάμαι όπως πρέπει ‒ κι αν με ρωτούσε κάποιος τότε, ίσως να γελούσα και να το έλεγα αστείο. Αλλά όσο μεγαλώνω, τόσο με πιάνει ένα σφίξιμο μόνο που το σκέφτομαι. Όλα ξεκίνησαν ένα απόγευμα του Οκτώβρη. Ήμουν μόνος μου στο παλιό, διώροφο διαμέρισμα της γιαγιάς στη Νίκαια, το είχα αναλάβει να το καθαρίζω όσο έλειπαν όλοι στο χωριό. Είχε ψύχρα εκείνες τις μέρες, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο. Είχα φτιάξει ελληνικό, έβαλα ένα παλιό δίσκο που βρήκα, κάτι λαϊκά, κι άνοιξα τα παράθυρα στον διάδρομο να βγει ο κλεισούρα.
Παράξενο πράγμα, δεν θυμάμαι καν πότε κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Υπήρχε πάντα μια μυρωδιά παλιού σπιτιού εκεί, εκείνη τη μέρα όμως ήταν αλλιώτικη. Δεν ήταν ακριβώς μούχλα. Σα να είχαν ανάψει κερί, αλλά χωρίς να βλέπεις φως. Σαν ανήσυχο γλυκό καμένο που τρύπωνε στα ρουθούνια. Δεν έδωσα πολλή σημασία. Ήμουν απασχολημένος· χαμήλωσα λίγο το ράδιο, πήρα μια παλιά σκάλα αλουμινίου, και ξεκίνησα να μαζεύω κουρτίνες για πλύσιμο.
Είναι κάτι λεπτομέρειες που τις ξεχωρίζεις μόνο εκ των υστέρων. Για παράδειγμα, εκείνη την ώρα, είδα πεταμένες δύο τρίχες ανθρώπινες στο πάτωμα ‒ μακριές, σκουρόχρωμες, δεν ήταν δικές μου ούτε κανενός που ήξερα. Και το ρολόι της κουζίνας είχε σταματήσει ακριβώς στις 17:40. Όταν έφερα το κινητό μου κοντά όμως, είδα πως είχε περάσει μισή ώρα. Το ρολόι είχε σταματήσει ακριβώς τη στιγμή που είχα μπει μέσα για δουλειά. Πάλι, δεν το σκέφτηκα ιδιαίτερα. Συνέχισα να ξεμοντάρω τις κουρτίνες.
Το βράδυ άκουσα πρώτη φορά τον ήχο. Ήταν μια αργή, βαθιά ανάσα, σαν κάποιος να κοιμόταν στο δίπλα δωμάτιο. Αλλά ήμουν τελείως μόνος μου, το είχα σιγουρέψει – άλλωστε, ήταν παλιό σπίτι, μόνιμα κάνει περίεργους ήχους: παλιά σωληνώσεις, τα ξύλα δουλεύουν, τέτοια. Ερχόταν κάθε τόσο, βάθαινε, και ύστερα χανόταν. Aργότερα, στις 2 τα ξημερώματα, ξύπνησα από κάτι χτυπήματα στο πάτωμα του κάτω σαλονιού. Νόμιζα αρχικά πως έπιασε τρέλα η γάτα του πρώτου ορόφου και μπήκε μέσα. Κατέβηκα με φακό, αλλά το σαλόνι ήταν σκοτεινό και άδειο. Έκανα μια βόλτα, όλα σύνηθες, μα όταν βγήκα στον διάδρομο, το πάτωμα μπροστά στο μεγάλο, κλειστό παραθυρόφυλλο, ήταν γεμάτο από σκόνη – είχε σχηματιστεί κάτι σαν μικρό μονοπάτι προς την παλιά ντουλάπα.
Τα παράτησα όλα. Ό,τι κι αν ήταν, δεν μου άφηνε να ησυχάσω. Γύρισα στο κρεβάτι, κουκουλώθηκα, κι ύστερα, από τη χαραμάδα της πόρτας, πέρασε μια σκιά, χαμηλή, με βήματα που δεν πατούσαν γεμάτα, αλλά τρυφερά, σχεδόν κυλώντας πάνω στο ξύλο. Ήμουν σίγουρος πως ήταν ιδέα μου, αλλά η μορφή έμεινε εκεί, στην άκρη, κι ύστερα μετακινήθηκε ήσυχα, προς το δωμάτιο που κοιμόταν κάποτε η γιαγιά.
Την επόμενη μέρα, μεσημέρι πλέον, ψαχούλευα τα συρτάρια της προγιαγιάς. Βρήκα ένα μικρό, δερμάτινο σημειωματάριο γεμάτο άσχετα ονόματα, δίπλα-δίπλα, με ημερομηνίες παλιές, οι περισσότερες χωρίς εξήγηση. Στην τελευταία σελίδα έγραφε, με παιδικά γράμματα: «Μην ανοίγεις βράδυ το παράθυρο στη νοτιοδυτική γωνία. Δεν μπαίνει φως εκεί.» Ένιωσα ένα σύντομο τράνταγμα, μα δεν έδωσα παραπάνω σημασία. Εγώ πάντα ήμουν της λογικής.
Όλο το απόγευμα, ωστόσο, ο αέρας έμπαζε κάτω από το παράθυρο εκείνο. Με το που έπεσε ο ήλιος, τα πάντα σιώπησαν. Οι ήχοι του δρόμου, οι φωνές από το διπλανό μπαλκόνι, ακόμα και τα πουλιά. Ξάπλωσα νωρίς. Άκουγα μόνο το ρολόι (τώρα πήγαινε κανονικά) και πού και πού μια βαθιά αναπνοή ή ψίθυρο από το διάδρομο. Γύριζα πλευρό, πάσχιζα να ησυχάσω, μα όποτε με έπαιρνε ο ύπνος, κάτι με τάραζε πάλι: ένα, δυο λεπτά ησυχία, και ξαφνικά μια σκιά να γλιστρά από τον τοίχο μέχρι το κατώφλι της πόρτας ‒ ποτέ δεν έμπαινε μέσα, πάντα στεκόταν στην άκρη, αμίλητη. Ένιωθα το βλέμμα της χωρίς να κοιτάζω.
Έβαλα τα ακουστικά μου να ξεχαστώ. Ώρες πέρασαν, και πάλι όμως, κάποτε χάθηκα, αφέθηκα. Έβλεπα στον ύπνο μου το παράθυρο στο τέλος του διαδρόμου, εκείνο στη νοτιοδυτική γωνία – ήταν ανοιχτό, και από την εξώπορτα φύσαγε κρύος αέρας. Μια φωνή, όχι δυνατή, μου ψιθύριζε όνομα που δεν ήξερα, δυο συλλαβές μόνο. Πετάχτηκα, μούσκεμα, και το πρώτο που είδα με το που άνοιξα τα μάτια ήταν η σιλουέτα της ντουλάπας, φωτισμένη παράξενα, σαν να αναδευόταν το φως από μέσα.
Δεν θα πω ψέματα: φοβήθηκα. Άρπαξα κλειδιά, έβαλα παπούτσια χωρίς κάλτσες και βγήκα στο σκοτάδι. Έκατσα στο σκαλί έξω για ώρα, κάπνισα, κοίταζα το παράθυρο εκείνο ‒ γυάλιζε σα μάτι που προσπαθεί να δει έξω. Δεν ξαναμπήκα μέσα εκείνη τη νύχτα. Την επόμενη μέρα ήρθαν ξαδέρφια για να με βοηθήσουν με το σπίτι. Δεν τους είπα τίποτα – τι να πεις; Πόσο περίεργο ακούγεται; Μόνο όταν έτυχε να πλύνετε το χώρο εκεί κάτω, ένας από αυτούς κοίταξε το παράθυρο και με ρώτησε: «Αυτό το μονοπάτι στη σκόνη το είχες κάνει εσύ;» Δεν απάντησα.
Πέρασαν μήνες. Το σπίτι έμεινε κλειστό από τότε και μετά. Κανείς δεν είπε κάτι, κανείς δεν το ανέφερε πια, λες κι όλη εκείνη η βραδιά ήταν απλά ένα ατύχημα της μνήμης. Αλλά εγώ, κάθε φορά που περνάω από εκείνο το δρόμο, σηκώνω το βλέμμα μου – και βλέπω πάντα τις κουρτίνες εκεί, σκιερά τα παντζούρια, και πάνω από το παράθυρο, σαν κάτι να με παρακολουθεί μέσα από τα μαύρα τζάμια.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Βασιλική.