Τρομακτικές Ιστορίες – Το παλιό σπίτι στην Άρτα και ο θολός καθρέφτης

Είχατε ποτέ μια μέρα που να ξεκινά ήσυχα κι απλά, ενώ μέσα σας κάπου βαθιά κάτι ψιθυρίζει πως κάτι δεν πάει καλά; Εγώ εκείνο το βράδυ του φθινοπώρου, το κατάλαβα με έναν τρόπο που δε θα ξεχάσω ποτέ.

Ήμουνα μόνος μου στο παλιό σπίτι του θείου μου στην Άρτα. Μου το είχε αφήσει να το προσέχω, μέχρι να βγουν κάποια χαρτιά για να κάνει ανακαίνιση. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο – παλιά κεραμίδια που σκούριαζαν στη βροχή, ξύλινα κουφώματα, και μια μυρωδιά μούχλας μόνιμη, σα να ‘χε μπει το φθινόπωρο μες στους τοίχους του. Όμως για μένα ήταν μια χαρά. Είχα πάει ν’ ασχοληθώ λίγο με τα δικά μου, να ξεφύγω από την πόλη, να νιώσω ξανά το γνωστό βάρος του σπιτιού στα βήματα και τους ήχους.

Εκείνο το πρωί μόνο το ρολόι ακουγόταν, ενώ έξω έβρεχε απαλά, αδιάκοπα. Έχω ένα συνήθειο ακόμα, να παίρνω τον πρωινό καφέ μου στο παλιό, χαμηλό τραπέζι της κουζίνας. Εκεί καθόμουν, διαβάζοντας εφημερίδα, όταν άκουσα από πάνω κάτι σαν βήματα. Δεν έδωσα σημασία· σκέφτηκα πως ο αέρας τραντάζει το ταβάνι ή μπήκε κανένα πετούμενο από το ράφι του παππού όπου η σκεπή έκανε καμπύλη. Εξάλλου, οι παλιοί τοίχοι γελούν συχνά με τις ανησυχίες μας.

Πέρασε η μέρα έτσι, με μικροδουλειές κι αποσπερίσματα. Το μόνο που με ενόχλησε – όσο να το πεις ήταν ενοχλητικό – ήταν εκείνος ο παλιός καθρέφτης στο μικρό σαλόνι. Όλη μέρα είχε θολούρα, σαν να μην έπιανε καθαρά το είδωλο. Δοκίμασα να τρίψω το γυαλί με χαρτί και ξύδι, πέρασα δάχτυλο, άλλαζα γωνία – πάντα κάπου στη γωνιά του, αυτή η θολή, μπεζ σκιά, σαν σκόνη, σαν κάτι παραπάνω. Τον άφησα, νευρίασα, είπα πως είναι από την υγρασία.

Το βράδυ, λίγο πριν τις δέκα, βγήκα στον δρόμο να δω αν έκοψε η βροχή. Ήθελα και τσιγάρο. Φρέσκος αέρας κι αυτή η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος – αλλά πίσω μου το σπίτι έμοιαζε αλλιώς, πιο βαρύ, λες και αγρίευε η σκιά κάτω απ’ το σαλέπι το ξύλινο, εκεί που δεν έπεφτε ποτέ καλά το φως. Άναψα τσιγάρο, το χέρι ελαφρώς να τρέμει – όχι απ’ το κρύο, ίσως κι απ’ όλα όσα κουβαλούσα. Έκλεισα τα μάτια μια στιγμή.

Επιστρέφοντας μέσα, όλα ήταν πιο ήσυχα απ’ όσο λογικό. Τα πατώματα δεν έβγαζαν ήχο, η βροχή σταμάτησε ξαφνικά. Στην κουζίνα, ένιωσα πως κάτι με παρατηρούσε· γύρισα, τον καθρέφτη ξανά. Τώρα όμως, η θολή γωνιά είχε πάρει σχήμα ασαφές – δεν το περιγράφω, μόνο που φαινόταν πως δεν ήταν λεκές. Σαν να ακουμπούσε κάποιος κι έμενε το αποτύπωμα του προσώπου του. Δεν είναι πώς έμοιαζε, είναι τι δεν έμοιαζε με τίποτα που έχω ξαναδεί.

Ένιωσα μια ανατριχίλα και κοίταξα τη σκάλα. Πάνω, το φως της λάμπας τρεμοπαίζει. Δεν πήγα αμέσως – πήρα βαθιά ανάσα και είπα, όλα είναι ιδέα μου. Πήρα τα πράγματά μου κι είπα να κοιμηθώ νωρίς, να τα ξεχάσω.

Μα δεν με άφησαν οι ήχοι. Ένα ξύσιμο, σιγανό-σιγανό, εκεί κάπου από το πατάρι. Όσο πήγε, δυνάμωσε. Πρώτα νόμισα πως έχει μπει γάτα ή ποντίκι. Περίμενα κι άλλο, ούτε σταματούσε ούτε άλλαζε ρυθμό. Πήγα να το αγνοήσω, μα μετά κάτι άλλο φάνηκε – ένας ψίθυρος, τίποτα καθαρό. Ήταν πιο βραχνός, σαν να προσπαθεί κάποιος να μιλήσει και να μην μπορεί. Την ίδια στιγμή, ο καθρέφτης κάτω τράβηξε το βλέμμα μου – πλάι στη σκιά έμοιαζε χαραγμένο κάτι που δεν υπήρχε το πρωί. Σαν νυχιές, αλλά… όχι από χέρι. Από κάτι πιο μεγάλο, φαρδύ, ακαθόριστο.

Σίγουρος πως παίζω με τα νεύρα μου, πήγα να ανέβω τη σκάλα. Κάθε σκαλοπάτι έτριζε διαφορετικά από άλλοτε, και μέσα στη σιγή το ξύσιμο σταμάτησε ξαφνικά, αλλά με το που πάτησα το τελευταίο, κι ετοιμαζόμουν να ανοίξω την πόρτα του παταριού, ένιωσα πίσω μου τη θερμή ανάσα, σαν να ανασαίνει κάποιος στον αυχένα μου. Παγωμένος κοίταξα μπροστά – κι είδα για μια στιγμή στον απέναντι τοίχο τη σκιά μου, μόνο που δεν ερχόταν από μένα. Η δική μου έπεφτε αλλού και πιο κοντή· αυτή ήταν μακρόστενη, παραμορφωμένη, κι εκείνη την ώρα, με τους χτύπους μου να κοπανάνε στ’ αυτιά μου, διέκρινα κάτι παράξενο στο κάτω μέρος της – σαν να είχε χέρια που τελείωναν σε μεγαλύτερες, λεπτότερες παλάμες, κι από μέσα έβγαιναν λεπτές γραμμές, σαν καταρρέουσες κλωστές.

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί. Ώσπου μια κίνηση – κάτι έτρεξε, ή περπάτησε αργά, από πάνω, και τότε η λάμπα τρεμόσβησε οριστικά. Τα πάντα σκοτείνιασαν, και μόνο ο ήχος άρχισε πάλι – αλλά τώρα ήταν δίπλα στ’ αυτί μου. Ένα φτερούγισμα, ένα κάλεσμα που δεν ήταν λέξη, ούτε φωνή ακριβώς. Κάτι περίμενε. Το σπίτι ανάσαινε μαζί μου.

Κατέβηκα λες και με κυνηγούσαν. Έφευγα σχεδόν χωρίς ν’ αγγίζω τα σκαλοπάτια. Οι θόρυβοι με ακολουθούσαν, όχι όμως με βάρος, αλλά σαν σκιά που απλώνεται. Βγήκα έξω και το σπίτι πίσω μου έκλεισε τα φώτα, σα να ξυπνούσε κάτι άλλο όταν τέλειωναν οι άνθρωποι εκεί.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος. Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Δέσποινα.