Δεν είμαι και πολύ των ιστοριών – δεν έτυχε να μου συμβαίνουν συνήθως περίεργα πράγματα, εκτός ίσως από εκείνο το απόγευμα πέρυσι, τέλη Νοέμβρη. Ήταν Τρίτη, θυμάμαι, γιατί κάθε Τρίτη μετά τη δουλειά επισκεπτόμουν τη θεία μου στο Παγκράτι, και περνούσα πάντα από τον γνωστό δρόμο με τις μουριές. Η ζωή μου τότε δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο – δουλειά, καφές, λίγη τηλεόραση σπίτι. Καθημερινότητα, χωρίς απρόοπτα.
Εκείνη τη μέρα, είχε αρκετή ψύχρα, μουντός ο ήλιος, αλλά τίποτα που να προμηνύει κάτι περίεργο. Είχα πάρει το παλιό φούτερ, το γκρι με τον λεκέ από καφέ στο μανίκι, και κατέβηκα βιαστικός, γιατί ήξερα πως η θεία είχε φτιάξει ρεβίθια κι αν αργούσα θα τα κρατούσε στο φούρνο, θα γινόντουσαν λάστιχο. Ο αέρας είχε κάτι περίεργο σε μυρωδιά – ξινό, υγρό, σα να είχε ποτίσει το πεζοδρόμιο μούχλα, αν και είχε μέρες να βρέξει.
Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, και φτάνω στην παλιά πολυκατοικία, την ξέρεις, αυτή με το καφέ μάρμαρο στην είσοδο και τη μυρωδιά από το θυμιατό που δε λέει να φύγει ποτέ. Μπαίνω, λέω μια «καλησπέρα» στην πολυλογού τη γειτόνισσα του ισογείου, που πάντα ρωτάει για τα πάντα, ανεβαίνω στον τρίτο. Η θεία μου μού ανοίγει, φωνάζει: «Σκαρφάλωσε να βγάλεις το φωτιστικό, έσπασε πάλι το γυαλί». Κλασικά, τίποτα δεν είναι ποτέ στη θέση του σ’ αυτό το σπίτι.
Τρώμε, μιλάμε για τα ίδια, τα καθημερινά, κι όπως σηκώνομαι για να τη βοηθήσω να μαζέψει, ακούω ένα χτύπο — όχι χτύπο κουδουνιού, κάτι σαν «ντουπ» αργό στον τοίχο. Η θεία δεν έδωσε σημασία. Κάθε φορά που της λες για περίεργους ήχους, το θεωρεί «σωληνώσεις», «ρόδες του ασανσέρ», τέτοια.
Μετά το φαγητό, βρίσκω ευκαιρία να βγω στο μπαλκόνι για ένα τσιγάρο. Σούρουπο είχε γίνει κιόλας. Από κάτω, λιγοστός κόσμος, τίποτα το ιδιαίτερο – κι όμως, για πρώτη φορά, πρόσεξα κάτι παράξενο στο απέναντι πεζοδρόμιο: ένα σκούρο μπαούλο, ξεχασμένο, με μια κόκκινη κλωστή δεμένη πρόχειρα στη λαβή. Κάτι διστακτικό μου ήρθε – κανείς συνήθως δεν άφηνε πράγματα εκεί.
Κάτι ψιθυριστό ακούστηκε από το δρόμο, σαν αδύνατη φωνούλα— σίγουρα, σκέφτηκα, θα είναι κάποιος από το περίπτερο που μιλάει στο τηλέφωνο. Δεν είναι τίποτα. Κατεβαίνω πάλι μέσα, τα φώτα τρεμοπαίζουν για μια στιγμή. Η θεία μου το σχολιάζει («Αυτά τα φώτα όλο θέλουν αλλαγή»), συνεχίζουμε.
Κάπου μεταξύ κουβέντας και δεύτερης μερίδας, άλλος ένας ήχος – αυτή τη φορά, πιο κοντά. Ένα γδούπο στη σκάλα. “Θα είναι ο κύριος Σπύρος από τον τέταρτο, πάντα αργεί να γυρίσει”, λέει η θεία. Κι όμως, όταν βγαίνω λίγο να ελέγξω στο ματάκι, ο χώρος είναι άδειος, το φως της σκάλας αναμμένο μοιάζει κάπως πιο κρύο, σκληρό. Το μπαούλο ακόμα εκεί, κάτω απ’ το φανοστάτη, ίδιο, ακίνητο.
Λίγο πριν φύγω, βάζω την καπαρντίνα. Παράξενα, αισθάνομαι ένα ρίγος – όχι από το κρύο ή το συνηθισμένο σφρίγος που σηκώνω μόνο όταν ανεβαίνω στο λεωφορείο. Αυτό ήταν άλλο. Σαν ένα βάρος στο στομάχι, σαν κάποιος να με έβλεπε από ένα παράθυρο στο πλάι, αλλά εκεί που γυρνάω ασυναίσθητα το κεφάλι, μόνο η δική μου αντανάκλαση παραμορφωμένη στο τζάμι.
Κατεβαίνω τις σκάλες. Ο ήχος από τα βήματά μου είναι υπερβολικά έντονος, σα κάτι να τα ξεσηκώνει στο κλιμακοστάσιο. Πιάνω τον εαυτό μου να ακούει αν κάποιος τα ακολουθεί – τίποτα. Κατεβαίνω στη δύστυχη είσοδο. Και τότε, σαν να το περίμενε, χτυπάει το φως – ένας ξερός ήχος, και όλα μαύρα.
Παραμένω ακίνητος, με το χέρι στον τοίχο — προσπαθώ να καταλάβω πού βρίσκομαι ακριβώς. Μια μικρή σχισμή φως απ’ την πόρτα του ασανσέρ. Να και το μπαούλο ακόμα έξω. Κι όμως… μοιάζει πιο κοντά στην εξώπορτα τώρα.
Χτυπώντας τα δάχτυλά μου στα τυφλά, ψαχουλεύω για το διακόπτη. Το σκοτάδι έχει αυτή τη σιωπή που σε κάνει να ακούς όλους τους ήχους: το αίμα να χτυπάει στ’ αυτιά, τον τρίξιμο των σωλήνων. Κάτι άλλο, όμως, αρχίζει σιγά – σιγά: σούρσιμο, σαν βρεγμένο ύφασμα να σέρνεται στο μάρμαρο. Αυτή τη φορά προέρχεται από το χώρο μεταξύ μπαούλου και τοίχου. Δεν βλέπω, μα ξέρω ακριβώς το σημείο.
Κάπως βρίσκω το διακόπτη. Το φως ανάβει, αχνό, σαν να μην είναι το ίδιο με πριν. Το μπαούλο τώρα με βεβαιότητα είναι μια δρασκελιά πιο κοντά. Και πάνω στην κλωστή μια νέα λεπτομέρεια: ένα κομμάτι χαρτί, το οποίο δεν υπήρχε πριν. Το προσέχω υπό γωνία, δεν τολμώ να βγω έξω να το δω.
Κάνω να φύγω — τα κλειδιά στο χέρι. Όμως, κάτι με κάνει και σταματώ στην πόρτα κάτω. Γυρνάω πάλι να δω το μπαούλο, και εκείνη τη στιγμή, ακούγεται ένα σιγανό κάλεσμα, σαν ανάσα: “Έλα”. Ψιθυρίζει τόσο χαμηλά, δεν είμαι σίγουρος αν όντως το ακούω ή το φαντάζομαι.
Δεν χρειάστηκε δεύτερη φορά. Βγήκα με ταχύ βήμα — μόνο που, για κάποιο λόγο, γύρισα το κεφάλι μου λίγο πριν κλείσω την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Το μπαούλο είχε κιόλας μια σκιά πίσω του, μια μεγαλόσωμη φιγούρα που για μια στιγμή μου φάνηκε να σταυρώνει τα χέρια της — ή να τα απλώνει, δεν κατάλαβα καλά.
Έτρεξα σχεδόν μέχρι το φανάρι, αδιάφορος για τους γείτονες και τα σχόλιά τους, ένιωθα το αίμα παγωμένο παντού. Από τότε, πέρασα σαν φάντασμα για πολλές μέρες· δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Ακόμα και χρόνια μετά, όταν περνάω έξω από εκείνη τη γωνία, ένιωθα ξανά τη μυρωδιά της μούχλας, το ρίγος, και το μπαούλο — ναι, κάποτε το ξαναείδα… κάποια νύχτα αργά, να στέκεται στο στενό, λίγο πιο πέρα.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.