Τρομακτικές Ιστορίες – Το μικρό μαύρο κουμπί στο σαλόνι

Δεν ξέρω αν όντως είχε αλλάξει κάτι, ή αν απλώς εκείνο το βράδυ ήμουν πιο κουρασμένος απ’ ό,τι συνήθως. Ήταν Τρίτη, Μάρτιος, με τα τελευταία κρύα, λίγο πριν μπει η άνοιξη κανονικά. Επέστρεφα σπίτι αργά, κάπου στις έντεκα—είχε μια ψύχρα, όχι τίποτα τρομερό αλλά η αναπνοή σου έβγαινε άσπρη στον αέρα. Το διαμέρισμά μου βρισκόταν στον πρώτο όροφο, σε μια πολύ κοινή γειτονιά, και γενικά δεν ανησυχούσα ποτέ για τίποτα. Πάντα κοιμόμουν με το παράθυρο ελαφρώς ανοιχτό, πάντα το ίδιο σκονισμένο ράφι με τα βιβλία στη γωνία, πάντα η ίδια σειρά με τις παλιές καρέκλες γύρω απ’ το τραπέζι.

Εκείνο το βράδυ, όμως, μόλις μπήκα, πρόσεξα κάτι που με ενόχλησε αμυδρά. Ένα μικρό κουμπί, μαύρο και ολοστρόγγυλο, κάτω από το τραπέζι. Δεν είχα δει ποτέ κανένα τέτοιο κουμπί στο σπίτι μου. Πέρασα μια σκέψη ότι το ‘χα φέρει απ’ το καθαριστήριο, ή μήπως το ‘χε αφήσει ο Θάνος, που ήρθε χθες για καφέ; Το άφησα εκεί, είπα να το μαζέψω το πρωί, βαριόμουν εκείνη την ώρα.

Άναψα το μικρό λαμπατέρ δίπλα στη πολυθρόνα μου, αυτό με το φτηνό ύφασμα που έχει μια μικρή τρύπα από τότε που έγειρα τσιγάρο εκεί ξαφνικά, χρόνια πριν. Κάθισα, πήρα το κινητό στο χέρι, έπαιξα λίγο στο ζάπινγκ της τηλεόρασης. Στα κενά ανάμεσα στο κανάλι και στα βίντεο, κάθε τόσο ξανακοίταζα πίσω απ’ τον καναπέ. Ήμουνα σίγουρος πως κάτι ακουγόταν, σα βήματα από κάλτσες πάνω στο μωσαϊκό. Νόμιζα ότι ήταν κάτι έξω απ’ το παράθυρο, γιατί πάντα έτσι ακούγονταν τα αυτοκίνητα που περνάνε αργά τη νύχτα.

Μπήκα στην κουζίνα να πιω νερό. Το ρολόι μου έδειχνε σχεδόν μεσάνυχτα και η λάμπα πάνω απ’ τον νεροχύτη τρεμόπαιζε—λίγο όμως, τόσο αμυδρά που νόμιζες πως ήταν έτσι πάντα. Την άφησα κι αυτή να κάνει τα δικά της, δεν μπήκα στον κόπο να αλλάξω λάμπα. Όταν πήγα να ξανακλειδώσω την πόρτα, ένιωσα ένα ρεύμα να μπαίνει απ’ τα πόδια μου. Νόμισα ότι είχα ξεχάσει το παράθυρο ανοιχτό, αλλά εκείνο ήταν στη θέση του, στην ώρα του, ελάχιστα ανοιγμένο, όπως πάντα. Το έσπρωξα να κλείσει εντελώς—βγήκε ένας τόσο δειλός, τόσο λεπτός ήχος από το εξώπορτα του διαδρόμου, που σταμάτησα να αναπνέω για δευτερόλεπτα μέχρι να σιγουρευτώ ότι δεν ήταν από μέσα.

Πήγα στο μπάνιο. Οι περισσότερες μνήμες από τέτοια βράδια, νομίζω, φτιάχνονται από μικρές ενοχλήσεις, από ανεπαίσθητες ιδέες ότι κάτι δεν ήταν ακριβώς όπως έπρεπε. Ξεπλύθηκα στα βιαστικά, σκέφτηκα ιστορίες που μου ‘χαν πει φίλοι για διαρρήκτες και κάτι παλιές, μισοσβησμένες φήμες της πολυκατοικίας, για μια γυναίκα που μπαινόβγαινε τα βράδια χωρίς να τις παίρνει κανείς είδηση. Δεν τους πίστευα ποτέ. Περίεργο που τους θυμήθηκα τότε, περνώντας το χέρι μου από τον καθρέφτη που είχε θαμπώσει ελαφρά στις άκρες, σαν να είχε αναπνοή κάποιος μπροστά του πριν από μένα.

Η ώρα είχε περάσει δώδεκα και τέταρτο όταν έσβησα τα φώτα και μπήκα στο υπνοδωμάτιο. Έστρωσα το πάνω σεντόνι όπως το κάνει κανείς, με νευρική βιασύνη, έριξα το τηλέφωνο στο κομοδίνο, πήγα να κάτσω για να βγάλω τις κάλτσες. Όμως τότε, απ’ το σαλόνι, ακούστηκε πάλι εκείνος ο ήχος, αμυδρός, αρχικά σαν να γρατζουνάει κάποιος το ξύλο. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να παραμείνω εντελώς ακίνητος. Δεν ήταν ούτε παράθυρο, ούτε διάδρομος, ούτε σωλήνες. Ήταν κάτι πολύ συγκεκριμένο, επίμονο, σαν να σαλιώνει κάποιος την άκρη του νυχιού του κι ύστερα να τραβάει το δάχτυλο πάνω στο βρεγμένο ξύλο.

Σηκώθηκα χωρίς να κάνω θόρυβο, κρύφτηκα πίσω απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και περίμενα. Ο αέρας εκείνη τη στιγμή είχε σχεδόν παγώσει, παρ’ ότι δεν προερχόταν από πουθενά. Οι σκιές από τα φώτα του δρόμου βαλσαμώνονταν γύρω από τα πόδια του τραπεζιού. Τίποτα. Έκανα μερικά βήματα μπροστά, πατώντας στο πλάι στο ξύλινο πάτωμα, να μη τρίζει. Κοίταξα τριγύρω, μόνο εκείνο το κουμπί, πιο μακριά τώρα—θα ορκιζόμουν πως στην αρχή ήταν κάτω από το τραπέζι, τώρα βρισκόταν τρία βήματα πιο εκεί, κοντά στο περβάζι. Έσκυψα να το δω καλύτερα. Δεν ήταν καν μαύρο τελικά. Τα άκρα του έμοιαζαν φαγωμένα. Είχε και κάτι σαν θαμπή μυρωδιά υγρασίας, αυτή που πιάνει παλιά ρούχα κλεισμένα στα υπόγεια.

Το άφησα εκεί, ξεφύσησα χωρίς να το καταλάβω, κι έκανα να πάω πάλι προς το υπνοδωμάτιο όταν έπεσε ησυχία τόσο απόλυτη, που ένιωθα πως αν έβηχα θα ξυπνούσα κάποιους άλλους. Τότε, τόσο απαλά που σχεδόν το φαντάστηκα, άκουσα απ’ τη γωνία—εκεί που σχηματίζει το σκοτάδι ανάμεσα στο γραφείο μου και το πάτωμα—ένα ψιθύρισμα που δεν ήταν λέξη, ήταν κάτι σαν ανάσα, κάτι σαν «σσσς…», μία μικρή, βραχνή προειδοποίηση, σα να μου τόνιζε να μην πλησιάσω.

Πάγωσα—κάποτε, κάπου είχα διαβάσει ότι τέτοιες σιγανές φωνές είναι απλώς το μυαλό σου, το θόρυβο του αίματός σου, ή το ανοιχτό ψυγείο στον διάδρομο. Όμως αυτή η ανάσα, αυτή η σκιά που έκανε τη γωνία να δείχνει πιο πηχτή, πιο παλιά, φαινόταν να έχει βάρος, να γεμίζει τον αέρα με κάτι κρύο και επίμονο.

Έκανα να επιστρέψω στο δωμάτιο, να μπω κάτω απ’ τα σκεπάσματα σαν παιδί—και τότε είδα το κουμπί πάλι, αυτή τη φορά μπροστά στην πόρτα. Μόλις το πλησίασα, κάτι ελάχιστο, σαν δευτερόλεπτο που χάνεται σε μεταξύ αναπνοών, ένιωσα πως δεν ήμουν μόνος. Δεν είχα δύναμη να ανάψω φως, δεν κοίταξα γύρω μου—έβαλα το κουμπί σε ένα συρτάρι και το έκλεισα με όσα κλειδιά είχα.

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα με τα φώτα ανοιχτά. Ή μάλλον, ούτε που κοιμήθηκα. Έκλεινα τα μάτια και άκουγα—κάπου στη γωνία του σπιτιού μου, εκεί που οι σκιές ήταν πιο πυκνές, εκείνο το αθόρυβο «σσσς…». Από τότε, όταν ανοίγω τα παλιά συρτάρια μου αργά το βράδυ ή όταν πέφτει ησυχία στην πολυκατοικία, ορκίζομαι ότι κάποιο μικρό μαύρο κουμπί γλυστράει σε μια σκοτεινή γωνία και πως κάτι με παρατηρεί αθόρυβα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στάθης.