Τρομακτικές Ιστορίες – Το κελάρι της Νέας Ιωνίας

Δεν ήταν τίποτα, μια απλή Παρασκευή ήταν. Ούτε σκέφτομαι συχνά εκείνη τη μέρα, αν και με το παραμικρό ψιλόκρυο μου ξανάρχεται ο ίδιος κόμπος στο λαιμό. Δούλευα απομακρυσμένα εκείνο το διάστημα, κάτι χαρτιά και υπολογισμούς έβγαζα για μια εταιρεία, και όλη μέρα το σπίτι ήταν δικό μου. Μια μονοκατοικία, παλιό σπίτι των θείων στη Νέα Ιωνία, μ’ εκείνο το κελάρι κάτω απ’ το σαλόνι — που ειλικρινά, ούτε για αποθήκη δεν έκανε, είχε πάντα υγρασία και μια μόνιμη μυρωδιά σάπιας πατάτας. Πήγαινα μόνο για να χαζέψω καμιά κονσέρβα που είχα ξεχάσει.

Ήτανε κατά τις τρεις το μεσημέρι, μέσα Νοέμβρη, το φως μπαινόβγαινε από τα σύννεφα κι εγώ φορούσα ζακέτα. Ίσα που αχνοφαινόταν ο ήλιος ανάμεσα στα τζάμια των κουφωμάτων. Η μέρα όλη έμοιαζε σαν να μπουκώνει σιγά σιγά ένας βαρύς καιρός, αλλά δεν το σκέφτηκα. Έβαλα να φτιάξω καφέ, άκουσα στο βάθος το ψυγείο να βουίζει σαν πάντα, κάτι λεκιασμένα φλυτζάνια στον νεροχύτη, ο βραστήρας να κλικάρει. Τίποτα το περίεργο.

Το πρώτο παράξενο πράγμα έγινε όταν κατέβηκα κάτω να βρω ζάχαρη. Στο ράφι είχα αφήσει μία γεμάτη — ήμουν σίγουρος γιατί μόνο εγώ πίνω ζάχαρη στον καφέ κι ευτυχώς θυμάμαι τι φέρνω απ’ το σούπερ μάρκετ. Κατεβαίνω τη μικρή, στενή σκάλα, με τον διακόπτη στην κορφή όπως πάντα. Κάνω να ανάψω το φως — τίποτα. Μα δεν καίγονται έτσι οι λάμπες, λέω μέσα μου. Ανοίγω το φακό του κινητού — και ο ήχος κάνει κάτι συριστικό περίεργο εκεί κάτω, σαν να κουβαλάει το κάθε μικρό τρίξιμο και να το μεγεθύνει. Ψάχνω, βρίσκω την άδεια ζαχαριέρα. Από πάνω, στο ίδιο ράφι, το κουτί με το ρύζι είχε και αυτό κάτι περίεργο. Κλείσιμο κουτιού, ενώ το θυμόμουν ανοιχτό. Ένα κόκκινο αιχμηρό σημάδι πάνω στο κουτί, σαν φθορά. Δεν έδωσα σημασία — νόμιζα ίσως το είχα σκουντήσει χθες.

Ανεβαίνω πάνω, βρίσκω μια φακελίτσα ζάχαρης σε κάτι σακουλάκια από παλιά γενέθλια. Φτιάχνω τον καφέ μου, γυρνάω στο γραφείο. Τηλεφώνημα, ακουστικό στα αυτιά, υπολογιστής ανοιχτός. Ησυχία. Κάποια στιγμή ο ήλιος χάνεται εντελώς και πέφτει ένα ημίφως, όλα σκοτεινιάζουν μέσα στο σπίτι. Ένιωθα έναν ηλεκτρισμό στον αέρα, ξέρετε αυτό το περίεργο πριν πιάσει μπόρα, αλλά τίποτα ακόμα.

Θυμάμαι ακριβώς: έγερνα στην καρέκλα μου κι άκουσα από το πάτωμα — προς το κελάρι, αλλά λίγο πιο δεξιά, κάτω από το παλιό τζάκι — έναν υπόκωφο θόρυβο σαν τρίξιμο ξύλου, αλλά πιο βαρύ, πνιγμένο. Πρώτη σκέψη: ποντίκι. Δεύτερη σκέψη, ίσως κάποιο ξύλο μετακινήθηκε, το έχει το σπίτι με την υγρασία του. Το αγνόησα τότε, συνέχισα — αλλά άρχισα να έχει μια περίεργη αίσθηση στο στομάχι, σαν αναγούλα. Δεν ήταν ήχος που είχε ξανακάνει.

Εκείνη την ώρα ακούω στη ζωντανή γραμμή, στο αυτί μου, μια ελαφριά διακοπή — σαν να ψιθυρίζει η γραμμή. Ούτε αυτό δεν το σχολίασα, έκανα ότι το αγνόησα, αλλά ο ήχος συνέχισε, κάτι σαν μια λέξη που γυρίζει, δεν την πιάνεις καθαρά αλλά έχει συλλαβές. Και έπειτα, μια σιγή, έτσι βαρύς ύπνος πέφτει πάνω στο σπίτι. Ούτε γείτονας, ούτε πουλί απ’ έξω να ακούγεται, τίποτα.

Πέρασε τελείως αργά η υπόλοιπη μέρα. Καθόμουν με το τσιγάρο στο παράθυρο, κοιτάζοντας τον μικρό κήπο, περιμένοντας απλώς να σκοτεινιάσει για να πω πως τελείωσα τη δουλειά. Δεν ξέρω πώς πήγε έτσι η σκέψη, αλλά συνέχισα να επιστρέφω με το μυαλό μου σ’ εκείνο το τρίξιμο κάτω απ’ το τζάκι. Σαν κάτι να ήθελε να ακουστεί, μια φωνή, αλλά ανθρώπινη δεν την έλεγες. Όσο σκοτείνιαζε, τόσο η αίσθηση φούντωνε.

Για κάμποσες ώρες τίποτα. Πέρασε η ώρα — κοντά εφτάμισι, σκοτεινό πια. Τα φώτα ανάβουν, εγώ πηγαινοέρχομαι με το νερό στο ποτήρι, και τότε στέκομαι για λίγο, κάπου ανάμεσα σαλόνι και κουζίνα. Ακούω πάλι κάτι, μα αυτή τη φορά πολύ σιγανό, σαν ρεύμα αέρα — ή σαν ανάσα, πίσω απ’ τον τοίχο. Στο κελάρι φυσάει από τις τρύπες κάτω, αλλά αυτό δεν ήταν άνεμος. Και ξέρετε πώς είναι, όταν ένα σπίτι δεν έχει κατοικηθεί χρόνια, γεννάει δικούς του ήχους, αλλά, αυτός… σταματούσε όποτε πήγαινα προς τα εκεί.

Μα πιο ύπουλο ήταν το άλλο: κάθε φορά που ανέβαινα ξανά στο γραφείο, έβρισκα τα αντικείμενα λίγο αλλαγμένα από εκεί που τα άφηνα. Το πληκτρολόγιο ελαφρώς στραβό, ένα post-it που δεν είχα εγώ σημειώσει ποτέ, πάνω-πάνω στο γραφείο μου, με κάτι γκρίζες γραμμές σαν να τα είχε μουτζουρώσει παιδί, αλλά εγώ ούτε παιδιά έχω, ούτε φίλους να πειράζουν τα πράγματά μου. Το δεύτερο βράδυ, όταν πήγα να σβήσω τα φώτα, το φως της κουζίνας άναψε για δευτερόλεπτα μόνο του — και εγώ πάγωσα εκεί, μόνο με την ανάσα μου, χωρίς να κουνιέμαι.

Το σημαντικότερο, όμως, ήρθε με τη σειρά εκείνων των θορύβων. Κάθισα να ακούσω — νύχτα ήταν, 11 παρά. Έσβησα όλα τα φώτα εκτός από ένα μικρό πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι. Από κάτω, σε ρυθμό, σαν να χτυπούσε κάτι ελαφρά το ξύλο, μια, δύο, τρεις φορές. Σταματούσε. Μετά από λίγο, ξανά, πιο κοντά στη σκάλα. Περίμενα να ακούσω παραπάνω, να σιγουρευτώ πως το φαντάζομαι. Κλείνω το φως αν και με τρόμαζε — και μέσα στο μαύρο του σπιτιού είχα την αίσθηση πως κάποιος στεκόταν εκεί από κάτω, βήχοντας σιγανά για να μην τον ακούσω.

Ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω πώς, ένιωσα ένα βάρος στο στέρνο τόσο σφιχτό που κόντεψα να φωνάξω. Σα να προσπάθησε κάποιος να μου ψιθυρίσει μέσα στο αυτί — όχι λέξεις, αλλά κάτι που περισσότερο ένοιωθες, παρά άκουγες: μια παράκληση, μια απαίτηση, ή δεν ξερω. Πήδηξα από το κρεβάτι και κατέβηκα τη σκάλα με τον φακό μπροστά, μόνος, αποφασισμένος, να δω τι στα κομμάτια γινόταν. Στον τοίχο του κελαριού, ακριβώς απέναντι από τη σκάλα, είχε χαράγματα. Γραμμές κομμένες, κάνει να θυμίζει παλιό ημερολόγιο φυλακισμένου, όμως δεν υπήρχαν εκεί πριν. Και το πιο περίεργο — μια λέξη, ασυνάρτητη, που δεν θα τη γράψω εδώ γιατί ακόμα με τρομάζει.

Το σπίτι το άφησα το ίδιο βράδυ. Τα πράγματα μου τα μάζεψαν οι φίλοι δυο μέρες μετά. Όποτε βρέχει και φυσάει όμως, ορκίζομαι πως ακούω ακόμα εκείνο το ρυθμικό χτύπημα, κάτω απ’ το παλιό τζάκι.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Λάμπρος.