Τρομακτικές Ιστορίες – Το δωμάτιο που έμενε πάντα κλειστό

Δεν ξέρω αν θα το έλεγα κανονική νύχτα, ησυχία. Γιατί, η αλήθεια είναι, κυρίως ησυχία ζητούσα τότε — τίποτα το ιδιαίτερο, απλώς αυτή τη γαλήνη που σε πιάνει όταν οι άλλοι κοιμούνται κι εσύ έχεις ένα ολόκληρο σπίτι δικό σου, πάνω από την πόλη. Δεν βιαζόμουν να κοιμηθώ. Ήταν τέλη Οκτώβρη, η αίσθηση του φθινοπώρου είχε προλάβει να μπει στο διαμέρισμα, από μια χαραμάδα στην μπαλκονόπορτα. Τα φώτα χαμήλωσαν. Ένα κερί δίπλα στον καναπέ — για ατμόσφαιρα, έλεγα. Εκείνη την ώρα είχα ξεκινήσει να διαβάζω κάτι άσχετο, αλλά έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει γύρω πιο συχνά απ’ ό,τι συνήθως. Με χάλαγε ο ήχος του ψυγείου όταν ξεκινά και σταματά. Όμως ήμουν μόνος, κι αυτό ήταν επιλογή μου.

Έπινα το τσάι σιγά σιγά, χαζεύοντας το μισοσκόταδο, όταν άκουσα το πρώτο χτύπημα. Ούτε πόρτα, ούτε το τρίξιμο κάποιου παλιού ξύλου· ήταν ένα σιγανό, μεταλλικό κλικ από το διάδρομο. Εγώ σκέφτηκα το φωτιστικό πάνω από το μπάνιο, που μερικές φορές κάνει κάτι σαν πάταγο, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Ήταν πιο κοντά, σχεδόν λες και κάτι ακούμπησε το καλοριφέρ, ένα μικρό σιδερένιο πριντ. Κοίταξα εκεί, δεν είδα τίποτα, αλλά ο ήχος επαναλήφθηκε — δυο φορές, ακανόνιστες.

Γέλασα με τον εαυτό μου. Χρόνια έμενα εδώ, ήξερα κάθε ήχο. Για μερικά λεπτά προσπάθησα να συγκεντρωθώ στο βιβλίο, μα οι λέξεις μπερδεύονταν, πιάστηκα να κρατάω το φλιτζάνι με τα δύο χέρια. Έπειτα, ένιωσα πως ο αέρας είχε παγώσει. Ήταν άραγε τόσο κρύο; Πήγα να σηκωθώ, να πάρω μια πλεκτή ζακέτα, κι εκεί είδα πώς στο τζάμι είχε συγκεντρωθεί υγρασία, λες κι είχα ανάψει στον φουλ το καλοριφέρ — μόνο που ήταν σβηστό.

Στάθηκα για λίγο στο διάδρομο, να ακούσω. Ανησυχία, μια αδιόρατη αναμονή, κάτι να γίνει. Αυτό το βουητό που φέρνει το ψυγείο, το ρολόι που κάνει ένα τάκ στο κάθε λεπτό· μα τώρα αυτά έμπαιναν σε ένα περίεργο, αταίριαστο μοτίβο. Κάθε τόσο, άκουγα αυτό το λεπτό, μεταλλικό τσικ, σαν ν’ ακουμπά κάποιος το κλειδί στην πόρτα για να δει αν ταιριάζει. Ίσως να ‘ταν ο αέρας, είπα, και πήγα στην κουζίνα.

Άνοιξα το ψυγείο, κι ήρθε ένα παλιό, γνώριμο άρωμα τροφής, αλλά αυτή τη φορά, μου φάνηκε ξένο: δυνατή μυρωδιά που δεν καταλάβαινα τι ήταν. Έσπρωξα κάτι βαζάκια, σηκώθηκε ο ήχος των γυάλινων καπακιών, μα τα πάντα στη θέση τους. Παράξενη ιδέα πέρασε: μήπως μπήκε κάτι μικρό και ζώο, ποντίκι; Όμως, εκείνη την ώρα, άκουσα από το σαλόνι ένα ψιθύρισμα. Μια ανάσα, ελαφριά, τόσο αδύναμη που σκέφτηκα αν τη φαντάστηκα.

Γύρισα και κοίταξα. Δεν κουνήθηκε τίποτα. Το κερί είχε λιώσει μισό. Πήγα, το έσβησα — η σκιά αμέσως απλωμένη, μαλακή, στις γωνίες. Έκανα να φύγω, μα κάτι σταμάτησε το βήμα μου. Ήμουν έτοιμος να γελάσω — σιγά, να μην φοβηθώ το ίδιο μου το σπίτι.

Αλλά τώρα πια ησυχία, τελείως, έτσι που ακούς μόνο το αίμα στα αυτιά. Και τότε, από το χωλ, μία πόρτα ακούστηκε να τρίβει απαλά στο πάτωμα. Εκείνη του δωματίου που πάντα μένει κλειστή· το παλιό γραφείο, εκεί που έχουν μείνει παλιά βιβλία, μια πολυθρόνα, ξεχασμένα ρούχα. Ήμουν σίγουρος πως δεν περπάτησα εκεί απόψε. Δεν είχα λόγο.

Περπάτησα σιγά. Καθώς πλησίαζα, ο αέρας άλλαξε πάλι. Κρύωσε τόσο που έβλεπα την ανάσα μου στο ημίφως. Έβαλα το χέρι στο χερούλι, το γύρισα προσεκτικά. Η πόρτα βγήκε ένα πόντο από τη θέση της. Μέσα σκοτάδι — μα ο αέρας πια μύριζε χώμα, χαλασμένο παλιό χαρτί. Έκανα να τεντωθώ λίγο, να βρω τον διακόπτη, μα ο διακόπτης δεν ήταν εκεί. Ήταν σαν κάποιος να τον είχε ξεβιδώσει.

Τη στιγμή εκείνη, μέσα στο σκότος, ένα σούρσιμο· ούτε παπούτσια, ούτε κάλτσες, παρά περίεργο, σιγανό ήχο. Δεν άντεξα. Πίεσα το φως απ’ το διάδρομο να μπει μόλις μια λωρίδα, αλλά όσο κι αν προσπαθούσαν τα μάτια, τίποτα σίγουρο δεν φαινόταν. Μόνο ένα αμυδρό ξάφνιασμα, λες και κάτι κρυβόταν ανάμεσα στα πόδια της πολυθρόνας.

Έμεινα ακίνητος. Περίμενα. Το σούρσιμο συνέχισε, πιο κοντά, κι ύστερα απλώθηκε μια παγωνιά ως το λαιμό· μια φωνή, ασθενική, κάπως σπασμένη, ξεψυχιστή, μουρμούρισε μια λέξη που δεν κατάλαβα, σαν απ’ αλλού. Έφυγα πίσω, μόνος ήχος η ανάσα μου που έτρεμε. Ένιωσα να περνά υγρή πνοή από τα πόδια μου. Ήθελα να βγάλω φωνή, δεν έβγαινε τίποτα. Ρίχνω μια ματιά· εκεί, στο πάτωμα, μόνο σκιά. Ή, άραγε, μου φάνηκε ότι το χαλί κυμάτισε; Πήγα να κάνω να σβήσω όλο το ρεύμα του σπιτιού — και τότε, ακούστηκε το πρώτο κτύπο στο ίδιο το πάτωμα, λίγο πριν τη βεράντα.

Όταν γύρισα, το χάραμα, γιατί δεν έκλεισα μάτι ως τότε, το γραφείο ήταν όπως το είχα αφήσει: τα πράγματα κλειστά, η πόρτα ανοιχτή ακριβώς όπως τότε. Παρ’ όλα αυτά, δεν ξαναμπήκα ποτέ. Κι ακόμα, κάθε βράδυ τέτοια ώρα, ακούω — όχι πάντα, αλλά συχνά — το σιγανό, μεταλλικό τσικ. Κάπου εκεί κοντά μου.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Κατερίνα.