Τρομακτικές Ιστορίες – Το διαμέρισμα στο Παγκράτι που δεν ξαναγύρισα ποτέ

Δεν ήταν τίποτα. Ούτε βροχή ούτε καύσωνας, απ’ αυτές τις ήρεμες ανοιξιάτικες μέρες που σου φαίνονται όλες ίδιες, ειδικά όταν μένεις μόνος. Το διαμέρισμα στο Παγκράτι άδειο, με το φως να μπαίνει ανάμεσα από τα κατεβασμένα ρολά, ακριβώς όπως μου άρεσε. Μόλις είχα τελειώσει τη δουλειά εξ αποστάσεως και πειραματιζόμουν με μία παλιά καφετιέρα που ποτέ δεν πέτυχα. Ο καφές ξινός, αλλά εκείνος ο ήχος του σταγονόμετρου μέσα στη σιωπή είχε κάτι παρηγορητικό.

Όταν χτύπησε πρώτη φορά το θυροτηλέφωνο, νόμιζα ήταν κάποιος γείτονας που μπέρδεψε τους ορόφους — συμβαίνει αρκετά συχνά. Κοίταξα το ρολόι: 14:47. Δεν περίμενα κανέναν. Δεν σήκωσα. Σκέφτηκα ότι, αν ήταν κάτι σοβαρό, θα ξανάρθουν. Και όντως, μετά από δύο λεπτά, το ίδιο: ένα μόνο κουδούνισμα, κοφτό, με εκείνο το ελάχιστο τρέμουλο στη φωνή του μετάλλου. Ήταν παράξενο, γιατί συνήθως όσοι ψάχνουν σπίτι χτυπάνε επίμονα. Αυτό ήταν διακριτικό, σχεδόν υπαινικτικό.

Σε κείνο το διαμέρισμα είχα μόνο ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε σ’ εσωτερικό φωταγωγό, λίγες γλάστρες, ένα γραφείο, το παλιό τραπέζι. Πήγα να ετοιμάσω κάτι να φάω και μόλις άνοιξα το ψυγείο, εκείνο το κρύο ρεύμα αέρα ήρθε μαζί με κάτι άλλο — ένα βαρύ συναίσθημα στο στήθος, σαν ότι παρακολουθούν. Άφησα την πόρτα μισάνοιχτη και γύρισα να κοιτάξω προς το χολ. Τίποτα. Το κλειδί καρφωμένο στην πόρτα, τα παπούτσια βαλμένα στη γωνία, όλα ακριβώς όπως τα είχα αφήσει.

Γύρισα στην κουζίνα, έβγαλα το τυρί και το ψωμί. Εκεί που έκοβα μια φέτα, ακούστηκε από πάνω μου ένα σύρσιμο, ούτε βήματα ούτε τράβηγμα καρέκλας όπως συνήθως με τον πάνω γείτονα. Ήταν πιο αργό, σαν ύφασμα να σέρνεται πάνω σε κάτι σκληρό. Μπήκε ένας ισχνός ήχος από τον φωταγωγό, που δεν θύμιζε τίποτα οικείο. Απάντησα στον εαυτό μου με εκείνο το γελοίο «μην ψαρώνεις», αλλά λέγεται πιο εύκολα παρά το νιώθεις. Κάτι άλλαξε — μια ανεπαίσθητη ψυχρότητα, άπιαστη, σαν να είχε κρυώσει μια σκιά στο διαμέρισμα.

Εκεί που πήρα να καθίσω, τσουλήθρησα χωρίς να το καταλάβω στο φως του γραφείου. Γύρισα να κοιτάξω έξω από το παράθυρο, μπας και δω κάποιον γείτονα αντίκρυ. Συνήθως, στα απέναντι σπίτια τους μεσημεριάτικους δεν βγαίνει ψυχή. Μόνο που εκείνη τη μέρα είχε μια μορφή — όχι ακριβώς άνθρωπος, περισσότερο σιλουέτα — περίμενε κολλημένη πίσω από μια κουρτίνα, δεύτερος από αριστερά όροφος. Ταράχτηκα. Είπα θα είναι παιχνίδι φωτός, έβαλα τα γυαλιά. Δεν άλλαξε τίποτα, μόνο που τώρα έβλεπα καθαρά ότι με κοιτούσε.

Έπιασα το κινητό. Το χέρι μου έτρεμε, αλλά ίσως κι από νευρικότητα. Κανείς γνωστός δεν απάντησε, ήταν όλοι στις δουλειές τους. Πήγα προς την εξώπορτα για να ελέγξω το μάτι. Μου έκανε εντύπωση που το διαμέρισμα φαινόταν, μες στο αχνό φως του διαδρόμου, πιο στενεμένο απ’ όσο θυμόμουν. Το σαλόνι φάνταζε μακρύ, η κουρτίνα της μπαλκονόπορτας έμοιαζε πιο βαριά — έτσι, χωρίς λόγο. Ήταν σαν η μέρα να γλιστράει σιγά-σιγά σε κάποιο είδος αρρωστημένης σιωπής.

Κοίταξα από το ματάκι. Κανείς. Εκείνη τη στιγμή, δεύτερο κουδούνισμα, πιο κοντά αυτή τη φορά — όχι από το θυροτηλέφωνο, αλλά καθαρά δίπλα μου, απ’ την πόρτα. Προσπάθησα να φωνάξω, αλλά με ακούστηκε μόνο η φωνή μου, πνιγμένη στις σκιές του διαδρόμου. Εκείνη τη στιγμή, ο απέναντι καθρέφτης έπιασε μια κίνηση πίσω στο σαλόνι, ελάχιστη, σαν να χάιδεψε κάτι τον αέρα.

Εκεί άρχισα και φύσηξα δυνατά από τη μύτη, ασυναίσθητα, σαν παιδί. Το διαμέρισμα ξαφνικά είχε άλλη μυρωδιά: κλεισούρα, βρεγμένο πανί, σκοτεινιά σε ντουλάπα που δεν ανοίγεις ποτέ. Το παράθυρο του φωταγωγού έτρεμε ελαφρά, χωρίς να φυσάει. Έκλεισα το φως και έμεινα για λίγα δευτερόλεπτα στη μαστιγωτική ησυχία.

Μια σκιά κύλησε πίσω απ’ τον καναπέ τόσο σιγανά που σχεδόν πίστεψα ότι κάτι πήγε στραβά στην όρασή μου. Δεν έβλεπα πια εκείνον τον χώρο με τα δικά μου μάτια, αλλά σαν να τον περπατούσα από μακριά, μέσα από νερό. Στα αυτιά μου, το καζανάκι του μπάνιου άδειαζε και ξαναγέμιζε, ενώ από μέσα έβγαινε ένας ήχος, διαφορετικός απ’ το νερό: ένα ψίθυρο, με διαλείμματα, σε ρυθμό ξένο.

Πλησίασα ως το χολ. Ο θόρυβος έσβησε μόλις μπήκα, αλλά — και το λέω χωρίς να ξέρω αν φταίει ο τρόμος — μύρισα κηροζίνη. Εκείνο το βαρύ, γηρασμένο άρωμα που θυμάμαι απ’ το σπίτι του παππού, χρόνια πριν. Δεν είχα ποτέ κηροζίνη. Κοίταξα μηχανικά προς το πατάρι και τότε, από το φωταγωγό, ακούστηκε μελωδία. Σαν παιδικό κουτί-μουσικό, αλλά σπασμένο, παράφωνο. Ήταν ίδια με εκείνη που άκουγα όταν ήμουν μικρός, στον ύπνο, και πνιγόμουν στον ιδρώτα μέχρι να με τραβήξει από τη μέση η μάνα μου.

Εκείνο που με τρόμαξε πραγματικά δεν ήταν ότι άκουγα ήχους ή ότι «έβλεπα» σκιές. Ήταν ότι με έπιασε μια απόλυτη ηρεμία. Λες και ό,τι και να ερχόταν, το περίμενα. Αντί να φύγω, κούμπωσα γερά την ποδιά του τραπεζιού μπροστά στα πόδια μου, έκατσα κι έμεινα ακίνητος για λεπτά — μπορεί και ώρα, δεν είμαι σίγουρος. Ο ήχος από το μουσικό κουτί δυνάμωνε, ταυτόχρονα άλλαζε, σαν να περνούσε ανάμεσα σε χιλιάδες τοίχους και να μετριάζει.

Σηκώθηκα αργά και ξανακοίταξα έξω από το παράθυρο. Η σιλουέτα ήταν ακόμα εκεί, αλλά αυτή τη φορά δεν με κοιτούσε — είχε στραφεί στο σκοτεινό διάδρομο του απέναντι σπιτιού· τα χέρια της χαμηλά, άκαμπτα, σχεδόν σαν να περίμενε κάτι που της είχαν υποσχεθεί. Τα φώτα τρεμόπαιξαν, από άγνωστη αιτία. Πιο πολύ φοβήθηκα όχι ότι υπήρχε κάτι που μπορούσα να δω, αλλά ότι τώρα υπήρχε κάτι που με ήξερε, που είχε καταλάβει ότι το είχα δει.

Καθώς ο ήλιος έδυε, σκέφτηκα να σηκώσω το ρολό, κι εκεί κατάλαβα ότι εδώ και ώρα δεν φαινόταν ούτε ένας άλλος ήχος εκτός από εκείνο το κουτί. Έκανα με το ζόρι να πάω προς το παράθυρο κι εκεί ακριβώς, στο άκρο της κουρτίνας, φάνηκε για κλάσμα του δευτερολέπτου μια σκιά να πάει προς τα μέσα στον φωταγωγό.

Δεν άνοιξα φως. Πήγα στη γωνία του διαδρόμου, μάζεψα γρήγορα τα παπούτσια, κλείδωσα δύο φορές, έβαλα πλάτη στην πόρτα. Το διαμέρισμα έμεινε, πίσω μου, με τη σιγουριά μιας παλιάς, σκοτεινής πληγής. Δεν έμεινα ούτε λεπτό παραπάνω και δεν επέστρεψα ποτέ.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα το ίδιο εκείνο μέρος.
(Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.)