Τρομακτικές Ιστορίες – Το απόγευμα στη στοιχειωμένη πολυκατοικία στα Πατήσια

Εκείνη τη μέρα, όλα ξεκίνησαν όπως κάθε άλλον συνηθισμένο Τετάρτη απόγευμα. Είχα σχολάσει νωρίς από τη δουλειά, πράγμα σπάνιο για μένα, και αποφάσισα να περάσω από το σπίτι της μητέρας μου για έναν καφέ. Ο αέρας μύριζε βροχή, και τα φώτα των αυτοκινήτων άναβαν δειλά-δειλά στη γειτονιά καθώς έκλεινε η μέρα. Η μητέρα μου έμενε σε μια παλιά, τριώροφη πολυκατοικία στα Πατήσια, κλασικό μεταπολεμικό κτίριο με στενές σκάλες, μωσαϊκό στο πάτωμα και ασπρισμένα κάγκελα στα μπαλκόνια.

Μόλις ανέβηκα στον όροφο της – δεύτερος, αλλά με το χαμηλοτάβανο κλιμακοστάσιο πάντα φαινόταν ψηλότερος – παρατήρησα πως μία από τις λάμπες της σκάλας τρεμόπαιζε περίεργα. Δεν της έδωσα σημασία. Η μητέρα μου έλειπε, είχε βγει για τα ψώνια της όπως μου είχε πει στο τηλέφωνο, κι έτσι άφησα το παλτό μου στην καρέκλα της εισόδου, έβαλα καφέ και αφέθηκα στον γνώριμο ήχο της βροχής που ξεκίνησε να χτυπά τα τζάμια.

Καθώς έπινα καφέ στην κουζίνα, μου φάνηκε πως άκουσα κάτι από το άλλο δωμάτιο. Ένα ελαφρύ τρίξιμο, σαν βήματα πάνω σε ξύλινο πάτωμα, μόνο που γνωρίζω καλά πως η μονοκατοικία έχει από παλιό, αλλά στιβαρό τσιμεντένιο δάπεδο. Δεν έδωσα σημασία, πάντα ακούς τέτοια σε παλιά σπίτια, κυρίως αν έχουν πέσει οι θερμοκρασίες.

Κοίταξα το κινητό μου· η ώρα έξι και τέταρτο, η μητέρα μου πιθανότατα θα ερχόταν εντός ημίωρου. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο με τον χαρακτηριστικό της ήχο, που θυμίζει ουρλιαχτό σε κακόγουστη ταινία τρόμου. Ήταν η μάνα μου.

«Θα αργήσω λίγο, μου είπε, βρήκα κόσμο στο σούπερ και έχω να περάσω κι από τον Κώστα.»
«Εντάξει, μη βιάζεσαι», της είπα. «Θα καθίσω ακόμη λίγο.»

Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, ησυχία. Εκεί αρχίζουν τα περίεργα… Έρχεται μια στιγμή που νομίζεις πως ακούγεται κάτι αλλιώτικο από το φόντο του σπιτιού· κι εδώ, αλήθεια, ησυχία υπήρχε. Αλλά όχι τελείως. Από το διάδρομο, εκεί λίγο πριν το παλιό μπάνιο, άρχισε να ακούγεται ο αμυδρός ήχος νερού, σαν στάλες να πέφτουν από βρύση που μόλις έχει κλείσει. Σηκώθηκα, πήγα ως το μπάνιο – τα φώτα έκαιγαν, αλλά το μπάνιο άδειο, ούτε βρύση ανοιχτή, ούτε σταγόνα στο νιπτήρα. Περίεργο. Το αποδίδω στο παλιό υδραυλικό δίκτυο, συνέχισα.

Λίγο μετά, αρχίζω να παρατηρώ κάτι άλλο. Στην κορνίζα με τη φωτογραφία του πατέρα μου, που έφυγε πριν δύο χρόνια, έχει εμφανιστεί μια μικρή, στρογγυλή υγρασία στη γωνία του τζαμιού. Άγγιξα την κορνίζα – ήταν παγωμένη, όχι απλά κρύα. Νομίζω πως μια στιγμή είδα την ανάσα μου να θολώνει μπροστά μου, παρόλο που το καλοριφέρ της κουζίνας ήταν ανοιχτό κι έκανε ζέστη μέχρι πριν λίγο.

Γύρισα στην κουζίνα λίγο ταραγμένος, αν και δεν ήθελα να το παραδεχτώ ούτε στον εαυτό μου. Η αίσθηση συνέχισε: ένα βάρος χαμηλά στον αέρα, σαν να έπεσε το οξυγόνο. Και κάπου εκεί ήταν που άρχισα να ακούω κάτι… Μια φωνή; Όχι καθαρή φωνή, μάλλον κάτι που ψιθυρίζει – ήχοι ακαθόριστοι, σαν κάποιον που μιλάει πίσω από κλειστή πόρτα. Σταμάτησα κι αφουγκράστηκα γελώντας με τον εαυτό μου· «δεν θα γίνω και παράνοια», σκέφτηκα. Έσβησα το φως της κουζίνας με μια επιδεικτική κίνηση, πήγα στο σαλόνι να ανάψω την τηλεόραση, να διαλυθεί η παράξενη ατμόσφαιρα.

Αλλά όταν γύρισα το διακόπτη, η τηλεόραση άνοιξε σε μια παράξενη, στατική εικόνα· όχι χιόνια, αλλά μία μουντή, σταχτιά οθόνη, σχεδόν διάφανη, με μία ελαφρά σκιά να περνάει στο φόντο. Έκλεινα κι άνοιγα, τίποτα. Ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό. Στο ίδιο δευτερόλεπτο, ακούω με σαφήνεια τρία βήματα στον διάδρομο – με βεβαιότητα όχι από το διαμέρισμα από πάνω, αυτά εδώ ηχούσαν μέσα στο σπίτι. Τα φώτα τρεμοπέζουν, κάτι σαν ψυχρός άνεμος αιωρείται στην ατμόσφαιρα, και το ρολόι του τοίχου – το παλιό, παιδιόθεν– σκέφτομαι πως έχει σταματήσει. Κοιτάζω – δείχνει πέντε και σαράντα τέσσερα. Πιο πριν, ήταν έξι και σαράντα. Τα χέρια του ρολογιού γυρνούν αργά– πίσω.

Η ψιθυριστή φωνή γίνεται πιο έντονη. Καταλαβαίνω λέξεις χωρίς να τις ακούω, σαν κάποιου που μιλάει σε όνειρο. Τα φώτα της πολυκατοικίας έξω τρεμοπαίζουν. Από το μπαλκόνι περνάει μια σκιά – κάποιος, κάτι; Δεν μπορούσα να διακρίνω. Δεν υπάρχουν περαστικοί τέτοια ώρα, τέτοια βροχή, στον δεύτερο όροφο. Κάτι μου παραλύει το στήθος, το δέρμα μου ιδρώνει, μουδιάζει το κεφάλι.

Κάνω να βγω από το σαλόνι, μα ο ήχος των βημάτων ακούγεται τώρα από την κουζίνα. Μια καρέκλα ξύνεται ελαφρά. Η σκιά του μισάνοιχτου ψυγείου κάνει μία παράξενη αντανάκλαση στο πάτωμα, μοιάζει σα να κινείται κι αυτή.

Βγαίνω στο διάδρομο. Η πόρτα της κουζίνας μισάνοιχτη. Εκεί μέσα, ένα φως παγωμένο – η λάμπα δείχνει πιο άσπρη, πιο σκληρή. Βλέπω το παλιό τηλέφωνο, το ακουστικό έχει ξεκουμπώσει και κρέμεται στο καλώδιο – και ο ήχος που ακούγεται τώρα μέσα στο σπίτι δεν είναι πια βήματα ή ψίθυροι, αλλά μία βαριά, κοφτή ανάσα, που δεν μου ανήκει. Εδώ, δεν θυμάμαι να σκέφτομαι, μόνο ότι πρέπει κάπως να φύγω.

Χωρίς δεύτερη σκέψη άρπαξα το παλτό μου και βγήκα έξω στο κλιμακοστάσιο. Όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου, όλα ησύχασαν· η λάμπα της σκάλας μαύρησαν και το κινητό μου, χωρίς να το έχω πειράξει, μου εμφάνιζε τυχαία το όνομα του πατέρα μου που ποτέ δεν άλλαξα στη μνήμη.

Όταν ξαναπήγα, μέρες μετά, όλα ήταν στη θέση τους. Η μάνα μου είπε ότι αισθάνεται κι εκείνη καμιά φορά περίεργους ήχους, κρύα ρεύματα, κύματα ανάσας που έρχονται και φεύγουν, αλλά –κάπως σαν να μη θέλει να το πιστέψει– τα αποδίδει όλα στο παλιό σπίτι και τα χρόνια του. Εγώ, δεν είπα σε κανέναν τίποτα για εκείνη τη μέρα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Έλενα.