Δεν το ‘χω συνηθίσει να λέω τέτοια. Ούτε παλιότερα ήμουν άνθρωπος που παραδεχόταν δύσκολα πως τρόμαξε, κι ας μεγάλωσα σε σπίτι όπου οι παλιοί, τις νύχτες, πάντα κάπου είχαν μια ανοιχτή ιστορία με φαντάσματα. Αλλά αυτή, που θα σας πω τώρα, ακόμα και τώρα δεν ξέρω αν θέλω να τη θυμάμαι. Να, ξεκίνησε σαν μια εντελώς συνηθισμένη μέρα―καλοκαιράκι ήταν, τέλη Ιούλη.
Ζεστή, βαριά μέρα, απ’ αυτές που νιώθεις κολλώδη τον ιδρώτα πίσω απ’ το λαιμό κι όλα μοιάζουν να πηγαίνουν πιο αργά. Είχα κανονίσει να πάω έξω απ’ την πόλη, στο εξοχικό των φίλων μου. Πήρα το αμάξι κι έβαλα το αγαπημένο μου ραδιόφωνο. Τίποτα σπουδαίο, λέω, ένα ακόμα απόγευμα που το βραδάκι θα ‘χουμε μπύρες στη βεράντα και κουβέντα. Η διαδρομή γνωστή, χωματόδρομος στο τέλος, κανένα αγροτικό να έχει αφήσει λάσπες, τα κλαδιά των θάμνων να ξύνουν ελαφρά τις πόρτες καθώς περνάω. Αυτά ήταν σύνηθες πράγμα. Έφτασα στην αυλή, πάτησα την κόρνα δυο φορές, όπως πάντα, αλλά στα παράθυρα σκοτεινά, μισάνοιχτα πατζούρια. Σκέφτηκα, κάτι ψήνουν σ’ άλλο δωμάτιο, μπορεί στην πίσω αυλή.
Βγήκα να τους φωνάξω, κι ησυχία. Ο ήλιος σχεδόν έσβηνε, μια μυρωδιά υγρασίας και ξεραμένου χόρτου. Προχώρησα πιο πέρα, κάτω απ’ τη συκιά, τότε είδα: το αυτοκίνητο των δικών τους άθικτο, στη θέση που το αφήνουν πάντα. Κανείς όμως δεν απαντούσε, ούτε φωνές, ούτε γέλια, ούτε καν ράδιο μέσα στο σπίτι.
Πήγα να ανοίξω την πόρτα με το γνωστό ξύλινο τρίξιμο αλλά κάτι την κράταγε ελαφρώς μισάνοιχτη, σαν να είχε βάλει κάποιος αλυσίδα. Φώναξα πάλι πιο δυνατά ― «Παιδιά, ήρθα!» Όχι απάντηση. Τότε ακούω από πάνω, στο πάτωμα που ήταν τα υπνοδωμάτια, έναν θόρυβο· όχι κάτι βαρύ, πιο πολύ σαν κάποιον να σύρεται ξυπόλητος αδέξια, ν’ αργοσέρνεται. Αλλά μόνο μία φορά, για μερικά δευτερόλεπτα. Τίποτα παραπάνω.
Για μια στιγμή πάγωσα, κρατώντας το χερούλι της πόρτας. Τους σκέφτηκα να κοιμούνται, να χαζεύουν, να έχω έρθει σε λάθος ώρα – το σπίτι όμως στο εσωτερικό μυρίζει περίεργα, κάτι βαρύ· μια γλυκερή μυρωδιά που δε θυμόμουν από άλλοτε. Γύρισα τον διακόπτη προς το σαλόνι, το φως τρεμοπαίζει, σαν να ‘χει κακή επαφή. Κοιτάζω γύρω: τρεις κούπες στο τραπέζι, μισοτελειωμένες – μία ακόμα γεμάτη με τσάι που δεν το ‘χε αγγίξει κανείς, ζαχαρίτσα δίπλα. Το ‘πιασα, είχε μέλισσα μέσα, νεκρή. Στάθηκα ακίνητος, αφουγκράστηκα. Μόνο τον εαυτό μου να ανασαίνω άκουσα και το ρολόι – τικ τακ, σκουριασμένο.
Ανέβηκα τις σκάλες, κάθε πατημασιά τραντάζει το ξύλο. Ήθελα να φωνάξω πάλι αλλά κάτι με σταμάτησε, λες κι αν ακουγόμουν πιο δυνατά θα ξεσήκωνα κάτι που δεν έπρεπε. Πάνω, η ατμόσφαιρα ψυχρή και βαριά, λες και κάποιος είχε ανοίξει παράθυρο νύχτα, αν και κανένα παράθυρο δεν φαινόταν ανοιχτό. Οι πόρτες κλειστές, πήγα αριστερά όπου το δωμάτιο του φίλου μου, έβαλα το αυτί στην πόρτα. Τίποτα, απόλυτη ησυχία. Κοιτάζω από κάτω, απ’ τη χαραμάδα, μαύρο. Έκανα ένα βήμα πίσω―τότε ήταν που ακριβώς από μέσα ακούστηκε κάτι σα χτύπημα, όχι μεγάλο όμως: σαν να σήκωσε κάποιος ένα ποτήρι κι ύστερα το ακούμπησε αργά-αργά στο πάτωμα.
Ενστικτωδώς γύρισα προς τη σκάλα. Μου φάνηκε ότι είδα ένα χέρι να τραβιέται γρήγορα πίσω απ’ την άλλη πόρτα, μικρή, τη ντουλάπα του διαδρόμου, μα μπορεί να το φαντάστηκα, γιατί η σκιά που έπεφτε εκείνη τη στιγμή στο διάδρομο έκανε τα σχήματα να χορεύουν.
Στο κατέβασμα με κυρίευσε αυτή η αίσθηση, ούτε φόβος, ούτε αγωνία, αλλά ο γνωστός κόμπος, που κάνει το στομάχι σου σκληρό. Στο σαλόνι, όλα τα πράγματα όπως τα είχαν αφήσει πριν λίγη ώρα: κινητά φορτιζόμενα, παντόφλες πεταμένες, ένα βιβλίο ανοιχτό απάνω στον καναπέ. Κι όμως, καμιά κίνηση, τίποτα ανθρώπινο στον χώρο. Τότε είδα εκείνος ο μεγάλος καθρέφτης στην τραπεζαρία ήταν βουρκωμένος, θολό το γυαλί, ενώ το υπόλοιπο σπίτι όχι – κι ένιωσα σα να είχε αφήσει κάποιος το χέρι του να χαράξει σχήματα εκεί, σχηματίζοντας κάτι που δεν μπορούσα να διαβάσω.
Έβγαλα το κινητό να τους πάρω μήνυμα. Δεν έπιανε. Μόνο μία γραμμή. Πήγα να ανοίξω το ραδιόφωνο, μήπως πάρει λίγο “ζωή” το σπίτι. Ξεφυσάει παράσιτα, μόνο μισό σταθμό, με μια φασαρία ν’ ακούγεται από πίσω: κάτι σαν βοή, σαν παραμορφωμένες φωνές που δεν έλεγαν τίποτα. Έκλεισα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα στ’ αλήθεια μόνος μέσα σε αυτό το σπίτι.
Πήγα προς την πίσω βεράντα, άνοιξα την πόρτα δυνατά – έξω, παράξενα έρημο. Τ’ αμπέλια έριχναν μεγάλες σκοτεινές σκιές, το φως έπεφτε πορτοκαλί, όλα ακίνητα. Και στο χώμα της αυλής, σαν τους κύκλους που κάνουν τα παιδιά με ξύλα, διέκρινα κάτι απομεινάρια από ένα περίεργο μοτίβο. Σαν να είχε σχεδιάσει κάποιος ό,τι κι αυτός ο αόρατος, που είχε αφήσει σημάδι στον καθρέφτη μέσα.
Δεν κάθισα παραπάνω. Γύρισα μέσα, τάχα να βρω κάποιο σημείωμα, όμως τα φώτα τρεμόπαιζαν και πάλι, και καθώς περνούσα από το διάδρομο, ο αέρας άλλαξε: λίγο πιο παγωμένος, κι ένα αδύναμο ψιθύρισμα, σχεδόν ανεπαίσθητο, ήρθε από την αριστερή γωνία της κουζίνας πίσω απ’ τα ντουλάπια· λίγο “έλα”, λίγο “μείνε”, δεν είμαι σίγουρος τι έλεγε. Πήγα να το αγνοήσω, αλλά ήταν σαν να είναι δίπλα στ’ αυτί μου. Κοίταξα ψηλά, κατά μήκος της οροφής, και ένιωσα ότι κάτι γλιστρούσε από σκιώδες δωμάτιο σε σκιώδες δωμάτιο, όλο πιο μακριά από αυτό που ήμουν εγώ.
Δεν μπορώ να πω ακριβώς γιατί, αλλά δε ρώτησα τίποτα στους φίλους μου όταν τους βρήκα την άλλη μέρα στο κινητό. Είπαν πως ήταν κάπου στα χωράφια όταν πήγα, πως το σήμα τους χάλαγε συχνά εκεί. Δεν ανέφερα τίποτα ούτε για τον καθρέφτη ούτε για το ψιθύρισμα. Μονάχα πήρα το δρόμο του γυρισμού, με το αυτοκίνητο αθόρυβο, κι έβλεπα να πέφτει το φως στα καλάμια, και στο ραδιόφωνο άκουγα ακόμα εκείνο το βουβό παράσιτο, και τ’ άφησα να παίζει, χωρίς να αλλάξω σταθμό.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.