Τρομακτικές Ιστορίες – Το άδειο διαμέρισμα στην Αγίου Μελετίου

Δεν ήμουν ποτέ από τους ανθρώπους που πίστευαν ιδιαίτερα στα παράξενα. Ζούσα μόνος μου στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στην Αγίου Μελετίου, από κείνες με τα βαριά κάγκελα στα μπαλκόνια και τις μαρμάρινες σκάλες που τρίβονται κάτω απ’ τα παπούτσια. Το διαμέρισμα του γείτονα απέναντι είχε μείνει άδειο από τον Δεκέμβρη — όπως έλεγαν όσοι ήξεραν, η κόρη του ιδιοκτήτη είχε πάει Αγγλία και κάναν ανακαίνιση για να το νοικιάσουν.

Ήταν μια Παρασκευή βράδυ του Μάρτη, βροχερή, εκεί γύρω στις έντεκα. Μόλις είχα επιστρέψει απ’ τη δουλειά και άκουγα βαρβάτο το ραδιόφωνο, μπας και καλύψω τα νεύρα της ημέρας. Έφτιαξα ένα τοστ — λίγο το βιαστικό μου το έκαψα — και βγήκα για τσιγάρο στη μικρή βεράντα. Ήταν όλα ήσυχα, όπως συνήθως. Μόνο το νερό της βροχής στα λούκια και το βουητό μιας μακρινής μηχανής.

Με κοίταζα αφηρημένα τα φώτα της απέναντι πολυκατοικίας, όταν κάτι με ενόχλησε — όχι ακριβώς ήχος, ούτε και φως. Μια παράξενη βαριά αίσθηση, σαν να με παρακολουθούσαν. Σύνηθες στις ιστορίες τρόμου, γελούσα. Τότε το είδα: στα τζάμια του άδειου διαμερίσματος, στο στενό μπαλκονάκι, έμοιαζε να κινείται η κουρτίνα. Δεν ήταν ανοιχτό το παράθυρο, στο είδος αυτό το διαμέρισμα, γενικά, οι κουρτίνες έμεναν τραβηγμένες. Αλλά αυτή τρεμούλιασε. Μια φορά. Σταμάτησε. Ξανατρεμούλιασε, πιο ζωηρά.

Γύρισα μέσα, όχι γιατί τρόμαξα, αλλά επειδή άρχισε να μπαίνει ψιλόβροχο και στο δικό μου μπαλκόνι. Έστειλα ένα ολιγόλογο μήνυμα στην Ελένη, κάτι άσχετο με τη φάση, και έβαλα να βράσω καφέ. Καθώς καθόμουν στον καναπέ, πάω πάλι να φέρω τη θήκη με τα τσιγάρα απ’ το τραπεζάκι. Τότε ακούστηκε ο ήχος από το εσωτερικό της πολυκατοικίας — βήματα βαριά, γεμάτα αγωνία. Μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να είχε έρθει κάποιος για να δει το διαμέρισμα: ένας εργάτης, ο ιδιοκτήτης, δεν ξέρω.

Βγήκα ξανά στη βεράντα. Στο ίδιο μέρος που πριν λίγα λεπτά κουνήθηκε η κουρτίνα — τίποτα. Σκέφτηκα ότι ίσως να φταίει ο αέρας. Όμως, τότε — σχεδόν με το που πήγα να φύγω — άκουσα ένα μονότονο, χαμηλό τρίξιμο, κάπως σαν να προσπαθεί κανείς να ανοίξει ένα πορτάκι, αργά, με πείσμα. Κοίταξα στον φωταγωγό, κατέβασα το βλέμμα στο σκοτεινό πηγάδι μέχρι κάτω. Δεν φαινόταν ψυχή. Κάθε όροφος είχε τον δικό του φως, αλλά ακόμα κι όλα τα φώτα μαζί φαινόντουσαν να μην ακουμπούν καν το πάτωμα στο ισόγειο.

Έκανα να μπω πάλι μέσα, και τότε το κοίταγμα — γιατί ακριβώς αυτό ήταν, το ένιωσα — δυνάμωσε. Αυτή τη φορά, κατάλαβα και κάτι παραπάνω: δεν είμαι μόνος. Όχι από ανθρώπινη παρουσία — κάτι στο άδειο διαμέρισμα απέναντι με είχε “δει”. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Ένιωσα να παγώνει το χέρι μου από το τσιγάρο, κύλησε μια σταγόνα ιδρώτα στο μέτωπό μου. Άκουσα μέσα από το διαμέρισμα εκείνο έναν ήχο, σαν να σέρνεται κάτι βαρύ πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Ίσως να ήταν ένας σωλήνας, ένας σωλήνας νερού, σκέφτηκα, αλλά δεν ήξερα να έχει τέτοια εκεί.

Κάποια στιγμή βγήκε φως — ξεψυχισμένο, ψυχρό, σαν κιτρινωπό πέπλο — από τη μισάνοιχτη κουρτίνα. Μπήκα μέσα σφαλιάρα, αλλά μέχρι να κλείσω τη μπαλκονόπορτα, σαν να άκουσα έναν ψίθυρο. Η φωνή έμοιαζε πνιχτή, πίσω από τζάμι ή σίδερο. Όχι λέξεις κανονικές — το μυαλό μου “έπιασε” μόνο το ρυθμό και το πάθος. Τίποτα άλλο.

Το άφησα. Είπα, εντάξει. Έκανα να γυρίσω στην καθημερινότητα. Δύο μέρες μετά, πάλι βραδάκι, την ίδια ώρα. Οι σκιές — οι σκιές γύρω μου ήταν διαφορετικές. Όσο άναβα φως, τόσο άλλες γωνιές του σπιτιού βουτούσαν σε κάτι πιο βαρύ. Μια φορά ούρλιαξε ο βραστήρας χωρίς να τον έχω βάλει στην πρίζα· τον βρήκα χλιαρό, λες και μόλις είχε βράσει.

Το αποκορύφωμα ήρθε ξημερώματα Τρίτης. Είχε βρέξει όλο το βράδυ και εγώ στριφογύριζα στο κρεβάτι. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να βγω για νερό. Ησυχία, μόνο το ψιλόβροχο στα γυάλινα στέγαστρα στον φωταγωγό. Άνοιξα το φως στην κουζίνα και πήγα στην μπαλκονόπορτα, έτσι απλά, από συνήθεια. Δεν ξέρω γιατί κοίταξα απέναντι.

Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό. Αλλά για κλάσματα του δευτερολέπτου, στο φως που έπεφτε από τη δική μου κουζίνα μέσα μου, ορκίζομαι, είδα τη φιγούρα κάποιου. Όχι ξεκάθαρη. Κάτι σε σχήμα ανθρώπινο, στατικός, αλλά με μια παράξενη λοξή κίνηση στους ώμους, σαν να κρέμεται. Περίμενα να κάνει κίνηση, αλλά τίποτα. Ούτε άκουσα ούτε είδα. Περίμενα.

Περίμενα αρκετή ώρα, με τα φώτα σβηστά, στην κουζίνα, πίσω από το τζάμι. Όταν μου πέρασε η ανατριχίλα, σκέφτηκα, άνθρωπος θα ήταν. Μπήκα να πέσω ξανά στο κρεβάτι.

Τον επόμενο μήνα μπήκαν μέσα εργάτες για την ανακαίνιση. Τους άκουγα κάποιες φορές να ψιθυρίζουν πράγματα στη σκάλα. “Δεν κοιμάται αυτό το σπίτι, ρε φίλε”, φώναξε μια μέρα ένας με τη φωνή του μισοαστεία. Εγώ απλώς καλησπέριζα, δεν ήθελα να μπλέξω.

Η παράξενη αίσθηση, εκείνο το κοίταγμα, δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Ακόμα κι όταν το νοίκιασαν το διαμέρισμα, δυο μήνες μετά, κάθε βράδυ, όταν έβγαινα στο μπαλκόνι, κάτι στην άκρη του ματιού μου με τρυπούσε. Μια δυσαναπλήρωτη σκιά στη λωρίδα ανάμεσα στις κουρτίνες.

Και ακόμα, όταν πέφτει ησυχία, το ακούω.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θοδωρής.