Τρομακτικές Ιστορίες – Ο Ξενώνας στη Ρούμελη

Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να κάνω κάποιον να με πιστέψει—γιατί ακόμα κι εμένα, τα χέρια μού ιδρώνουν όταν το σκέφτομαι. Άλλωστε, η μέρα που ξεκίνησαν όλα ήταν από εκείνες που τίποτα δεν προμηνύει το παράξενο.

Δευτέρα, τέλη Σεπτέμβρη. Μόλις είχα επιστρέψει στο πατρικό μου χωριό στη Ρούμελη για μερικές μέρες. Χωριό μικρό, το σπίτι παλιό, από εκείνα με τις κρυφές γυαλάδες στην πέτρα και τη μόνιμη υγρασία κάτω απ’ το περβάζι. Θυμάμαι η μέρα είχε ήλιο, μα τα μεσημέρια είχε αρχίσει να πέφτει μια ψυχρούλα κρυφή, την ένιωθες στα δάχτυλα των ποδιών.

Έστρωσα τα πράγματά μου, ήπια καφέ στη βεράντα, και μετά άρχισα να ξεθάβω παλιά κούτια της μάνας, μ’εκεινα τα ξεχασμένα αντικείμενα που μαζεύονται σ’ ένα σπίτι σα να σε περιμένουν. Ανάμεσα σε ρούχα, βιβλία, κάτι απόκοσμες παλιές φωτογραφίες, βρήκα ένα κίτρινο κουτί—από εκείνα τα πλαστικά, που μυρίζουν κλεισούρα. Έγραφε απ’ έξω με σβησμένο στυλό: «ΞΕΝΩΝΑΣ». Δεν το θυμόμουν το όνομα, κανείς μας, ούτε η μάνα ούτε ο αδερφός μου.

Το έβαλα αντίθετα κάτω από το τραπέζι, πίσω από τις καρέκλες όπου πάντα βάζαμε τα παπούτσια. Ακούστηκε τότε ένα τρίξιμο στον ξενώνα. Ο ξενώνας είναι ένας μακρόστενος χώρος πίσω από το παλιό καθιστικό, με μια πόρτα που βγάζει έξω, δίπλα στο παλιό πηγάδι. Ανοιχτή μισό, πλάγια, σαν να περιμένει κάποιον.

Εκείνη τη μέρα δεν το σκέφτηκα πολύ. Έκλεισα ενστικτωδώς την πόρτα και την ασφάλισα. Το βράδυ, μαζευτήκαμε στο τραπέζι να φάμε, μα ο αέρας είχε αλλάξει. Δεν είναι πως φυσούσε—μια σιωπή κυριαρχούσε, μια βουή βαριά, λες και είχε χαθεί ο ήχος του σπιτιού. Λείπαν τα γνωστά τριξίματα, οι ψίθυροι από τον δρόμο. Η μάνα έλεγε σπασμωδικά ανέκδοτα, λες και σκόπευε να ξεχάσει πως υπήρχε ολόκληρος χώρος στο σπίτι που κανείς δεν χρησιμοποιούσε πια.

Τη δεύτερη νύχτα, άκουσα προτού κοιμηθώ ένα ελαφρύ βηματάκι, σαν να περπατάει γάτα απ’ το ξύλινο πάτωμα του ξενώνα. Δεν έχουμε γάτα. Το παραμέρισα, μέχρι που ξυπνώντας για νερό γύρω στις τρεις, το ξανάκουσα, μόνο που τώρα σταματούσε ακριβώς πίσω από την πόρτα της κουζίνας, στο κατώφλι που έβγαζε στον ξενώνα. Στεκόμουν ακίνητος, κόντρα στον τοίχο, με τα φώτα σβηστά, αφουγκραζόμενος εκείνο το ελαφρύ πάτημα—τόσο αργό, που ήμουν βέβαιος πως ό,τι ήταν ήξερε πως άκουγα.

Άνοιξα το φως. Απόλυτη σιγή, μόνο τα ποντίκια κάτω απ’ τον νεροχύτη κινήθηκαν πανικόβλητα. Το πάτημα είχε χαθεί.

Τα επόμενα απογεύματα, κάθε φορά που έμπαινα στην κουζίνα, έβλεπα τη λάμπα πάνω από τον ξενώνα να τρεμο-παίζει, παρόλο που δεν ήταν συνδεδεμένη πια με το ρεύμα. Ζήτησα από τη μάνα να μου πει τι κουτί είναι αυτό που έγραφε «ΞΕΝΩΝΑΣ». Έκανε πως δεν άκουσε.

Ένα πρωί, μπαίνοντας να φτιάξω καφέ, ο ήλιος έπεφτε πλάγια από το τζάμι, και στη γωνία—στο τελευταίο ξύλο πριν την πόρτα του ξενώνα—ήταν χαραγμένο κάτι, σχεδόν σβησμένο: «Εδώ να μην κάθεσαι». Το αναγνώρισα αμέσως: ήταν ο γραφικός χαρακτήρας του παππού μου. Δεν είχα ποτέ παρατηρήσει εκείνη την εγγραφή και ανατρίχιασα—δεν υπήρχε λόγος να γράψει κάτι τέτοιο σε μια γωνιά δίπλα στη σκονισμένη πόρτα.

Πέρασε μια βδομάδα. Κάθε βράδυ, κι ενώ ετοιμαζόμουν για ύπνο, τα πατήματα δυνάμωναν. Τις νύχτες δεν περπατούσα στο σπίτι χωρίς φως, και πάντα κρατούσα το κινητό φορτισμένο δίπλα μου. Τα τζάμια θαμπώνανε ανεξήγητα στα μέσα της νύχτας, αφήνοντας αποτυπώματα υγρασίας μόνο προς εκείνη τη μεριά του σπιτιού. Άφησα μια νύχτα δειλά την κουρτίνα ανημμένη, κοιτάζοντας απ’ τη χαραμάδα, και είδα—ακούστε—ένα αλλόκοτο φως, ένα αχνό χρυσαφί, να λάμπει μέσα απ’ τις γρίλιες του ξενώνα. Το φως δεν αναβοσβήνει. Σκύβει, λες και γέρνει, κάνει σκιές που δεν ταιριάζουν με τίποτα τα γνώριμα.

Σε κάποια φάση τόλμησα, αργά το απόγευμα πριν σκοτεινιάσει, να μπω στον ξενώνα. Τα ξύλα του πάτωματος έτριζαν διαβολικά, παρόλο που η ατμόσφαιρα ήταν σα να μην είχε ακουμπήσει ποτέ άνθρωπος εκεί μέσα τα τελευταία χρόνια. Έψαξα για φώτα, για σπασμένα καλώδια, τίποτα. Μόνο ένα παλιό τρίποδο ξύλινο τραπέζι, σκεπασμένο με πανιά. Τα πανιά μυρίζανε κάτι περίεργο—όχι μούχλα, αλλά μεταλλικό, δυνατό, αψύ. Στο τραπέζι μία τσαλακωμένη εφημερίδα, άχρηστη, από τη δεκαετία του ‘70. Και μία φωτογραφία: μια άγνωστη αντρική φιγούρα, πολύ παλιά, θολωμένη στα πρόσωπα, σα να την είχε καταπιεί το φλας.

Κάθε αντάνακλαση πάνω στο τζάμι κάποιας φωτογραφίας μου δημιουργούσε αυτή την εντύπωση: ότι κάποιος στεκόταν εκεί, βλέποντας εμένα να κοιτάζω. Το φως έξω έπεφτε, το δωμάτιο σκοτείνιαζε περίεργα γρήγορα—λες και αποξηραίνονταν οι ήχοι κι εγώ μείωνα το μέγεθός μου, γινόμουν λεπτή γραμμή κάτω από το ταβάνι, κολλημένη στο άδειο βλέμμα ενός χώρου που ποτέ δεν υπήρξε αληθινά σπίτι.

Είπα να φύγω για λίγο. Ξεκίνησα να κατεβαίνω προς το χωριό, μα ο αέρας είχε βαριά υγρασία, τι να σας πω, λες και όλη η ομίχλη είχε μαζευτεί γύρω απ’ το σπίτι μας εκείνο το απόγευμα. Παράξενο, γιατί κάθε άλλος δρόμος φαινόταν καθαρός.

Τις επόμενες μέρες, οι σκιές στο σπίτι άλλαζαν κατεύθυνση, άκουγα ψίθυρους σιγανικούς κοντά στο πάτωμα, ειδικά όταν έπλενε κανείς τα πιάτα βράδυ. Μια νύχτα με φεγγάρι, ξύπνησα από έναν υπόκωφο ήχο—ήξερα πια το βήμα, το περίεργο σύρσιμο στο πάτωμα του ξενώνα. Άκουσα, το ορκίζομαι, τη λαβή της πόρτας να ανεβοκατεβαίνει αργά, ξερόκαστρα, τρεις τέσσερις φορές, με την απόλυτη σιγή του σπιτιού να βαραίνει τα αυτιά μου. Ούτε που τόλμησα να ανασάνω. Η σκιά της λάμπας του δρόμου έκανε λωρίδες στο ταβάνι—έμοιαζαν ανθρώπινες. Το πάτημα σταμάτησε. Κάτι άφησε πάνω στο ξύλο του πατώματος έναν ανεπαίσθητο, λεπτό ήχο, ακριβώς κάτω από το περβάζι του ξενώνα.

Το επόμενο πρωί, πήγα να δω—εκεί, δίπλα στην πόρτα, μια βαθιά γρατζουνιά, σα να είχε πατήσει κάτι με νύχια, αλλά όχι ζώου. Η μάνα, όταν της το έδειξα, μόνο το βλέμμα της άλλαξε—δεν είπε λέξη.

Αυτή τη γρατζουνιά κανείς δεν την έγδαρε από τότε. Εγώ δεν κάθισα άλλο εκείνο το φθινόπωρο. Το κουτί το άφησα όπου το βρήκα, και κάθε φορά που περνάω έξω απ’ το σπίτι, ειδικά τις βραδινές ώρες, αποφεύγω να κοιτάξω προς τον ξενώνα. Δεν θέλω να μάθω τι ίσκιος κρύβεται πια πίσω από εκείνη την πόρτα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μου την έστειλε η Μαρία.