Τρομακτικές Ιστορίες – Ο ακίνητος άντρας στη σκιά

Ήταν μια Τρίτη, όχι τίποτα ιδιαίτερο. Είχα τελειώσει τη δουλειά λίγο μετά τις επτά, τα φώτα στους διαδρόμους του γραφείου έσβηναν σιγά σιγά, και βγαίνοντας στον δρόμο το πρώτο που θυμάμαι είναι αυτό το φως της λάμπας στο τέρμα του στενού. Πιο κίτρινο απ’ το κανονικό, σχεδόν θαμπό, σαν να ’χε μέσα του θολό νερό.

Είχα παρκάρει λίγο πιο πέρα, σ’ ένα μικρό παρκάκι που το ήξερα καλά· χρόνια τώρα το ίδιο σημείο. Εκείνο το βράδυ, όμως, είχε μια υγρασία που πάγωνε το σβέρκο, ό,τι να πω λίγο είναι. Τα βήματα μου κολλούσαν στη λάσπη. Κάθε τόσο, εκεί που περπατούσα, νόμιζα πως κάτι πατάει κι από πίσω – μα τίποτε, στις σκιές τίποτα.

Φτάνω στο αυτοκίνητο. Ξέρω ότι το είχα κλειδώσει – το θυμάμαι να τσεκάρω τα κλειδιά πριν φύγω. Κι όμως, το βρίσκω ανοιχτό, το φως της καμπίνας αναμμένο. Μπαταρία καινούρια από την προηγούμενη βδομάδα· αποκλείεται να το’ χω ξεχάσει. Ρίχνω μια ματιά γύρω. Στο παγκάκι δυο μέτρα παραπέρα, κάθεται – ή έτσι νόμιζα – ένας άντρας με καμπαρντίνα κατεβασμένη ως τη μύτη. Κάποτε τον πέτυχα κι άλλες φορές – είχε το συνήθειο να κοιτάει μόνο κάτω, ποτέ γύρω. Εκείνο το βράδυ, όμως, ήταν τελείως ακίνητος, υπερβολικά.

Έμπαινα βιαστικά στο αμάξι και άνοιγα τον κινητήρα. Μουσική, πάντα βάζω – από νευρικότητα κιόλας. Εκεί όμως, το ραδιόφωνο έβγαζε μόνο παράσιτα. Έπαιζα σταθμούς, τίποτα – μόνο αυτό το “κρακ κρακ”, το σσσς, κι ένα παράξενο κλικ κάθε λίγα λεπτά, σαν μακρινό μικρό καμπανάκι. Μ’ έπιασε αναγούλα, αλλά λέω, είμαι κουρασμένος.

Στο φανάρι, λίγο παρακάτω, με σταματάει το κόκκινο όπως πάντα. Σηκώνω τα μάτια κι είναι πάλι αυτός ο άντρας – ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Στέκεται στη γωνία, πλάτη σε μένα, ακίνητος πάλι. Μα το παράξενο είναι τα χέρια του – ούτε τσέπες, ούτε κινητό, ούτε τίποτα· απλώς κρέμονται, λες κι είναι νεκρά. Μια γειτόνισσα παλιά μου λεγε – “αν δεις άνθρωπο νύχτα με χέρια κάτω, μη μιλήσεις, μη γυρίσεις.”

Το πράσινο ανάβει. Προχωράω σχεδόν τρέμοντας. Περνάω έξω απ’ το περίπτερο της γειτονιάς και βλέπω, εκεί δίπλα στο σπασμένο φανάρι, μια σκιά μόνο λίγο πιο σκούρα απ’ το μαύρο· κάποιου σαν να’ ναι. Όλα μου φαίνονται παράλογα, εξαντλημένος όπως ήμουν, λες κι έχουν βγει απ’ τις ρωγμές της κανονικότητας μικρά παράλογα πράματα.

Φτάνω σπίτι. Το ασανσέρ πάλι κολλημένο στον τρίτο, όπως σχεδόν κάθε βράδυ. Ανέβηκα με τα πόδια, νιώθοντας κάτι βαρύ στον αέρα, έναν ηλεκτρισμό σαν πριν τη βροχή. Όταν έβαζα το κλειδί στην πόρτα, ακούω βήματα στον διάδρομο – βαριά, ήσυχα, ρυθμικά. Κοιτάω πίσω απ’ τον ώμο, όμως δεν βλέπω κανέναν. Μόνο ένα φως παίζει απ’ τις χαραμάδες της σκάλας, αλλόκοτο, τρεμόπαιζε λες και κάποιος ανοιγόκλεινε το φως πολύ μακριά.

Όλη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Άκουγα από κάτω έναν θόρυβο – σαν μεταλλικό τρίξιμο, σαν να σύρουνε κάτι βαρύ ή να θωρακίζουν μια πόρτα. Όχι έντονο, αλλά σταθερό, επίμονο, λες και κάποιος κάτι περίμενε. Γύριζα στο κρεβάτι, το στόμα μου είχε ξεραθεί. Κάποιες στιγμές, ορκίζομαι πως στη γωνία του δωματίου η σκιά άλλαζε σχήμα, Πάχαινε καμιά φορά, έμοιαζε με κάποιον καθισμένο, από τη μιά πιο κοντή, την άλλη μακρόστενη και λεπτή. Νόμιζα ότι ήταν τα παντζούρια, κάποια καρέκλα. Ήθελα να σηκωθώ να κοιτάξω – δεν το έκανα.

Ξημέρωσε τέλος πάντων. Πήγα να φτιάξω καφέ. Στην κουζίνα, βρήκα ένα ποτήρι που δεν είχα αφήσει εκεί – διάφανο, με λίγο νερό μέσα κι ένα αποτύπωμα δαχτύλου στη μέση, ούτε μεγάλο, ούτε μικρό, σαν παιδικό. Ρώτησα την κοπέλα μου, δεν το είχε πειράξει τίποτα. Εκεί η καρδιά χόρευε. Μπα… λέω παιδί της διπλανής έπαιζε πάλι, κάτι τέτοιο.

Την επόμενη νύχτα όμως, η ησυχία πύκνωσε. Κάτι άλλαξε στον ήχο του σπιτιού, σαν να χαμήλωσε μια οκτάβα το φόντο, να έγινε πιο βαρύ το ταβάνι. Με ξύπνησε ένα “κλικ” από το μπαλκόνι – σα να ‘κλεισε απότομα το στόρι. Πήγα διστακτικά ως εκεί. Όλα σκοτεινά. Κοιτάζω έξω – στον δρόμο ήταν παγωμένη ομίχλη, φώτα κανένα, ούτε ψυχή. Παρά το ότι ήταν τρείς το βράδυ, άκουγα – πολύ σιγά – κάτι σα βήματα. Στην αρχή μακριά, ύστερα πιο κοντά, διακεκομμένα, σαν τραυματισμένου ζώου μάλλον, όχι ανθρώπου.

Έκανα ένα βήμα να γυρίσω μέσα και τότε κόλλησα. Στη γωνία απέναντι, κάτω απ’ το φως ενός φαναριού που ποτέ δεν δούλευε, διέκρινα μια μορφή. Όχι καθαρά – φορούσε μαύρα, το πρόσωπο βυθισμένο στη σκιά. Μα ήταν πάλι ο ίδιος άντρας, είχα πια βεβαιωθεί. Έστεκε ακίνητος, και τα χέρια του, πρησμένα λες, κρέμονταν και πάλι όπως το πρώτο βράδυ. Μόνο που τώρα, καθώς τον κοίταζα, είχα αυτή την αλλόκοτη αίσθηση ότι με κοιτούσε πίσω. Δεν φαινόταν πρόσωπο – και πώς να φαινόταν από τόσο μακριά; Κι όμως, κάτι πάγωνε στην πλάτη, κάτι με μάντευε, με γνώριζε.

Από εκείνο το βράδυ και μετά, τα βράδια άλλαξαν. Δεν πέταξα το ποτήρι στην κουζίνα, ούτε άλλαξα διαδρομή για τη δουλειά, μα κάθε φορά που αφήνω το αυτοκίνητο στο παρκάκι και περπατάω για το σπίτι, η λάμπα στο τέρμα αναβοσβήνει, τα βήματα πίσω μου ακούγονται για λίγο, και στη γωνία, σε κάποια σκιά, στέκει πάντα κάποιος ακίνητος – δεν έχει σημασία αν είναι ο ίδιος.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μυρτώ.