Τρομακτικές Ιστορίες – Οι νυχτερινές γρατζουνιές στη σκάλα

Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε όταν λέω πως τα χειμωνιάτικα απογεύματα κρύβουν μια ταραχή που δεν φαίνεται αμέσως — έρχεται ύπουλα με το σκοτάδι, μαζί με εκείνο το αργό, παγωμένο αεράκι που σέρνεται κάτω απ’ τις πόρτες. Εκείνη η μέρα ήταν από αυτές τις ήσυχες μέρες του Γενάρη που βάζεις κάτι ζεστό και κάθεσαι να διαβάσεις, κι ό,τι κι αν συμβεί έξω απ’ το τζάμι, σε αφορά ελάχιστα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Εγώ ήμουν μονάχα για δύο μέρες στο παλιό σπίτι της γιαγιάς, λίγο έξω απ’ το χωριό. Ήθελα ησυχία, χωρίς τη φασαρία της Αθήνας, να τελειώσω κάτι χαρτιά και να ξεκουραστώ. Το σπίτι, πέτρινο και ασβεστωμένο, έτριζε συχνά εκείνο το απόγευμα — το προσπερνάς εύκολα αν έχεις μεγαλώσει σε επαρχία: τα παλιά ξύλα πάντα κάτι έχουν να διηγηθούν.

Θυμάμαι είχα βάλει να βράζω λίγο τσάι. Η κουζίνα είχε ακόμα το μικρό τραπεζάκι, τη βαριά πορσελάνινη τσαγιέρα της μάνας μου, κι ένα σκουριασμένο ραδιόφωνο στον πάγκο, που έπιανε μόνο παράσιτα. Αλλά κατά τ’ άλλα, όλα ήρεμα, ασφαλή, οικεία.

Μόνο που, από τη νύχτα που είχα φτάσει, κάτι μ’ ενοχλούσε — μια αίσθηση πως δεν ήμουν μόνος. Όχι τίποτα φοβερό: κάτι στις σκιές, στα παλιά κάδρα που κοιτούσαν από τοίχο σε τοίχο, οι κορνίζες που δονούσαν ελαφρά τη νύχτα. Αλλά το ‘ριχνα στη μοναξιά και στο παλιό σπίτι.

Εκείνο το απόγευμα, ο αέρας δυνάμωνε κι απ’ το παράθυρο τρεμόπαιζε η λάμπα πάνω στο τραπέζι. Σκέφτηκα ότι θα κόψει το ρεύμα. Αλλά συνέχισα να διαβάζω, όσο μπορούσα.

Γύρω στις έξι, άκουσα ένα χτύπο. Όχι στην πόρτα — ήταν σα να χτυπούσε κάτι μέσα στην κουζίνα. Ένα μεταλλικό ήχο, λεπτό, ξερό, σαν να γρατζούνισε κάτι τη μαντεμένια κατσαρόλα στον νεροχύτη. Ταράχτηκα ελαφρά, πήγα ως εκεί, δεν είδα τίποτα. Είπα θα ‘ταν κάποιο ποντίκι ή αέρας. Δεν έδωσα σημασία.

Έκατσα πάλι στο σαλόνι και προσπάθησα να συγκεντρωθώ. Όμως άρχισαν μικροί θόρυβοι, ένας-ένας: ένα τρίξιμο από το ταβάνι, ένα χτύπημα κάτω απ’ τα ξύλα του πατώματος, κάτι που θύμιζε σα μακρινά βήματα στην παλιά σκάλα. Η ώρα περνούσε — κι όσο νύχτωνε, τόσο δυνάμωνε μια παράξενη ανατριχίλα. Δεν υπήρχε ήχος απ’ έξω, ούτε φωνές ούτε αμάξια: μόνο ο αέρας κι οι θόρυβοι του σπιτιού.

Κάποια στιγμή, σηκώνομαι ν’ ανάψω ένα κερί γιατί η λάμπα άρχισε να χαμηλώνει επικίνδυνα. Καθώς περνάω από τον στενό διάδρομο, νιώθω ένα ρεύμα αέρα, παγωμένο, να με χτυπάει. Δεν είχε παράθυρο εκεί, κι όμως ήρθε, ξαφνικά, που μου ’κοψε την ανάσα. Γύρισα μηχανικά, και για μια στιγμή είδα – ή νόμισα ότι είδα – στο βάθος του διαδρόμου κάτι σκοτεινό κολλημένο στη γωνία, σχεδόν στο πάτωμα. Ίσκιος, είπα. Ίσως από το δικό μου σώμα.

Κρατούσα το κερί, πιο σφιχτά απ’ όσο θα ήθελα. Το σπίτι μύριζε παλιό, καμένο ξύλο και κλεισούρα. Έτριζαν τα ξύλα, κάπου τζούριζε ένα παλιό ρολόι. Το μόνο που ακουγόταν σταθερά, ήταν η ανάσα μου — ή έτσι νόμιζα.

Γύρισα στο τραπέζι, κάθισα με το κερί μπροστά μου. Όλα ήσυχα για λίγα λεπτά. Αλλά ξαφνικά, σα να άλλαξε η ατμόσφαιρα. Ένιωσα — πως να σας το πω — σα να υπήρχε κάτι άλλο στο δωμάτιο. Δεν το έβλεπες, δεν το άκουγες καθαρά, αλλά ήταν εκεί. Ένας ηλεκτρισμός στον αέρα, σαν να περιμένει κάποιος να μιλήσει και κρατιέται.

Μετά, ακούστηκε το ραδιόφωνο. Δεν το είχα ακουμπήσει, είχε μέρες να λειτουργήσει κανείς. Και ξαφνικά, μέσα στη σιγαλιά, κάνει ένα κρακ, χτυπάει η βελόνα, και σκάει μια φωνή, κομματιασμένη και πνιχτή. Δεν πρόλαβα καλά-καλά να σηκωθώ, και το ράδιο σώπασε. Έτρεξα, το κοίταξα, δεν δούλευε. Ούτε τη φίσα έβρισκες πλέον, λες και έλιωσε η πρίζα.

Ησυχία ξανά. Προσπάθησα να μην δώσω άλλη σημασία. Κλείδωσα τα πάντα, ανέβηκα πάνω, στο παλιό δωμάτιο, να διαβάσω λίγο πριν πέσω. Αλλά δεν ησύχαζα. Άκουγα κάθε τόσο κάτι – ψιθύρους μακρινούς, λέξεις θολές ή απλώς θορύβους δικούς μου, ποιος ξέρει. Έβαλα τα ακουστικά να ακούσω μουσική, σχεδόν παρακαλώντας να μην ακούγεται τίποτα απ’ έξω.

Ξαπλωμένος στο σκοτάδι, με βαριά κουβέρτα, καρφωμένος στην παλιά πολυθρόνα, προσπάθησα να κλείσω τα μάτια. Τότε το άκουσα καθαρά. Από κάτω — απ’ τη σκάλα — ανέβαινε ένας ρυθμικός, σιγανός θόρυβος, διπλό κάθε φορά: σαν δύο βήματα, μικρά, προσεκτικά. Πάγος στην πλάτη μου. Περίμενα. Ο ήχος σταμάτησε μερικά σκαλοπάτια πιο κάτω. Δεν τολμούσα να κουνηθώ. Μόνο κοίταζα τη χαραμάδα κάτω απ’ την πόρτα.

Η αυγή ήρθε αργά, παγωμένη. Το σπίτι βούιζε ξανά από τον αέρα αλλά όλα φάνταζαν — λίγο πιο κανονικά, πιο προσποιητά ασφαλή. Σηκώθηκα αργά, με τα πόδια βαριά. Κατέβηκα — πείθοντας τον εαυτό μου πως είχα φανταστεί τα πάντα.

Η πρώτη ένδειξη πως δεν τα φαντάστηκα, ήρθε από τη σκόνη στη σκάλα. Τα δικά μου πατήματα φαίνονταν βαριά, φρέσκα, με κατεύθυνση μόνο προς τα πάνω. Δίπλα, χωριστά, βρήκα δύο μικρές, λεπτές γραμμές, τραβηγμένες όπως χαράζει κανείς με νύχι, σε τρεις-τέσσερις σκάλες — και σταματούσαν ακριβώς κάτω απ’ την κλειστή μου πόρτα.

Την επόμενη κιόλας ώρα, είχα φύγει απ’ το σπίτι. Άφησα τα πάντα όπως ήταν, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Λευτέρης.