Τρομακτικές Ιστορίες – Η φωνή από το μπάνιο στο Παγκράτι

Είχα μόλις μετακομίσει τότε στο Παγκράτι, μια γειτονιά που διάλεξα κυρίως επειδή ήταν ήσυχη και βολική για τη δουλειά. Το διαμέρισμά μου ήταν στον ημιώροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας του ’60, δροσερό, με μωσαϊκό στο πάτωμα και κάτι μικρές, στενές μπαλκονόπορτες που έβλεπαν σε μια εσωτερική αυλή, γεμάτη γλάστρες και ξεχασμένες καρέκλες από τις γιαγιάδες της πολυκατοικίας.

Η ζωή μου είχε μπει σε ρυθμό μονοτονίας: δουλειά – σπίτι, σπίτι – δουλειά. Ήταν Οκτώβρης, λίγο πριν πιάσουν τα πολύ πρώτα κρύα, όταν όλα ξεκίνησαν. Ένα βράδυ γύρισα κατάκοπος. Ήταν γύρω στις εννιά, η Αθήνα μούγκριζε από τα φώτα και τα αυτοκίνητα, εγώ μόλις είχα βάλει πλυντήριο. Ξαφνικά, ακούω μια φωνή να σιγοτραγουδάει πίσω από την πόρτα του μπάνιου. Σίγουρα, σκέφτηκα, κάποιος από τους απέναντι γείτονες, ο ήχος περνάει από τις σωληνώσεις. Γέλασα μόνος μου, καθώς θυμήθηκα την κυρία Ευτυχία, την ηλικιωμένη που έμενε από πάνω και είχε τη μανία να τραγουδάει επιθεώρηση κάθε πρωί.

Όμως τις επόμενες μέρες, η φωνή δεν ήταν μόνο στο μπάνιο. Έκανε την εμφάνισή της σε διάφορα σημεία του σπιτιού, πάντα ελάχιστα. Ένα σιγανό μουρμούρισμα, κάτι ανάμεσα σε νανούρισμα και παράπονο, χαμηλό, σχεδόν υπόγειο, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω καν τις λέξεις. Με έπιανε να σβήνω τα φώτα για να φύγω πρωί, κι εκείνα τα τελευταία δευτερόλεπτα στο σκοτάδι, όταν περπατούσα προς την εξώπορτα, ήταν σα να περνούσα από μια λεπτή κουρτίνα ήχου. Μια φορά, έσκυψα τόσο να ακούσω, που κατάλαβα πως το στόμα μου είχε στεγνώσει από ανησυχία.

Φυσικά, δεν είπα τίποτα σε κανέναν—θα νόμιζαν ότι είχα αρχίσει να τα χάνω. Απλώς το ανέχτηκα, προσπαθώντας να το εξηγήσω λογικά.

Τη δεύτερη βδομάδα ήρθαν τα πραγματικά περίεργα. Εμφανίστηκαν νερά στην κουζίνα, σε περίεργα σημεία. Μικρές λιμνούλες δίπλα στο ντουλάπι, ενώ ούτε η βρύση έσταζε ούτε το ψυγείο ήταν ανοιχτό. Μερικές φορές, μάλιστα, το νερό ήταν ζεστό. Το σκούπισα, άλλαξα πετσέτες, τσέκαρα τις σωληνώσεις σε κάθε τουβλοπλακάκι. Τίποτα. Κάθε πρωινό, το ίδιο σημάδι: μια παράξενη, ζεστή υγρασία, η μυρωδιά βαριά, σα μπαγιάτικη.

Αλλά το χειρότερο δεν ήταν αυτά. Ήταν η σιωπή. Σταδιακά, το διαμέρισμα άρχισε να γίνεται πιο ήσυχο. Περίπου αφύσικα ήσυχο. Τα βράδια, με τα παράθυρα ανοιχτά, δεν έμπαινε ούτε ήχος δρόμου. Καμιά φωνή, κανένα παιδί, ούτε σκυλί από τα διπλανά. Μια-δυο φορές βγήκα στο μπαλκόνι να βεβαιωθώ ότι ζει η γειτονιά. Από κάτω άκουγα ακόμα λίγο θόρυβο – αλλά μέσα στο σπίτι φαινόταν σαν όλα τα ηχητικά κύματα να τραβιούνται προς τα μέσα, να απορροφώνται… ή να περιμένουν.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Γύριζα συνέχεια στο κρεβάτι, τα σεντόνια κόκκινα, το σώμα μου ιδρωμένο. Κάθε τόσο, εκείνο το σιγανό τραγούδι έσπαγε τη σιωπή. Και το χειρότερο: ο ρυθμός του είχε σημάδι, μου φαινόταν πλέον σα να απευθυνόταν σε μένα.

Μια νύχτα αποφάσισα να μείνω άγρυπνος, να βρω επιτέλους τι ακούω. Κάθισα στην κουζίνα, χωρίς φως, μόνο με το ψυγείο να βουίζει και το ρολόι του φούρνου να δείχνει δυο παρά. Το σπίτι είχε μια παράξενη ψύχρα. Κρατούσα στα χέρια μου το κινητό σαν φυλαχτό. Άκουσα ξανά το μουρμούρισμα, αυτή τη φορά από το διάδρομο. Έσκυψα, άλλα το κρύο του μωσαϊκού ερχόταν από πιο βαθιά, από εκεί που δεν έπρεπε να υπάρχει τίποτα.

Πλησίασα αργά το μπάνιο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, με μια ρωγμή αρκετή για να μπει φως απ’ το καθιστικό. Η φωνή πλέον είχε γίνει κάτι άλλο – ούτε τραγούδι, ούτε λόγια, κάτι ακατάδεχτο. Περίμενα. Η σιωπή ξαναήρθε, αυτή τη φορά σχεδόν ανυπόφορη. Δεν είχα το κουράγιο να ανοίξω την πόρτα. Απλώς στάθηκα, με την ανάσα κολλημένη στο στήθος.

Εκείνη τη στιγμή το κινητό μου έλαμψε. Είχα λάβει μήνυμα από άγνωστο αριθμό — όχι γραπτό, αλλά ηχητικό. Το πάτησα, δίχως να σκεφτώ. Στο μήνυμα ακούγονταν βήματα πάνω σε πλακάκια, μια βαριά ανάσα, και στο τέλος εκείνο το τραγούδι, πιο καθαρό, αυτή τη φορά λεει τ’ όνομά μου.

Έφυγα τότε απ’ το σπίτι σχεδόν τρέχοντας και έμεινα σε φίλο για δυο βράδια. Τη μέρα που ξαναγύρισα, μεσημέρι, όλα ήταν στη θέση τους, ήσυχα σαν τίποτα να μην έγινε. Το μόνο που βρήκα ήταν ένα καινούριο σημάδι: πάνω στο μωσαϊκό του μπάνιου, εκεί όπου στεκόμουν τη νύχτα – μια σταγόνα νερό, κοκκινωπή, απαρατήρητη ίσως για κάποιον άλλον. Εγώ ήξερα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Άννα.