Θα σου πω για μια νύχτα, όχι μακριά, ούτε σε κανένα βουνό – μέσα στην πόλη έγινε, σε μια παλιά πολυκατοικία των Εξαρχείων, εκεί που μένω τα τελευταία χρόνια. Δεν ήμουνα ποτέ τύπος που τρομάζει, και είχα περάσει αρκετά για να μην αφήνω φαντασίες να με κυριεύουν. Αυτή η ιστορία, όμως, δεν μου επέτρεψε να το δω έτσι απλά.
Εκείνη τη μέρα ήταν Παρασκευή, συνήθως δουλεύω έως αργά, αλλά τότε είχα σχολάσει νωρίτερα. Είχε μια περίεργη ζέστη για Απρίλη, κι όπως γύριζα με τα πόδια, η πόλη μού φαινόταν ασυνήθιστα ήσυχη, λες κι ο κόσμος είχε αποφασίσει να λείπει. Ανέβηκα τα σκαλιά, γιατί ο ανελκυστήρας άρχισε πάλι να κάνει τα δικά του, να σταματάει σε ορόφους που δεν τον φώναξε κανείς. Άφησα τα παπούτσια δίπλα στην πόρτα – τα αρχίσανε να τρίβονται παράξενα μεταξύ τους, σχεδόν ενοχλητικά – και μπήκα στο σπίτι.
Κάθισα να φάω κάτι πρόχειρο, άνοιξα το ραδιόφωνο χαμηλά, κι όσο έτρωγα, πρόσεξα ότι τα ρολόγια στην κουζίνα και στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας (ακούγονται και τα δυο) είχαν δύο λεπτά διαφορά. Δεν με ξένισε – τυχαίνει. Εκείνη η λεπτομέρεια μου έμεινε χωρίς λόγο, σαν να ψιθύριζε «πρόσεξε». Έφαγα, έκανα ντουζ κι έβαλα να κάνω έναν καφέ, αλλά ο βραστήρας άναψε μόνος του πριν πατήσω το κουμπί. Τον τράβηξα από την πρίζα και γέλασα με τον εαυτό μου.
Έξω είχε αρχίσει να βραδιάζει. Μου άρεσε να αφήνω το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει δροσιά, αλλά εκείνη τη μέρα, το φως του διαδρόμου έξω από το σπίτι μου τρεμόπαιζε. Από εκείνη τη χαραμάδα κάτω απ’ την πόρτα έμπαινε το τρεμόσβησμα και έκανε το δωμάτιο να μοιάζει άλλες φορές μεγαλύτερο, άλλες φορές μικρότερο. Έβαλα να διαβάσω λίγο, αλλά με μια παράξενη αίσθηση στο λαιμό, σαν να ξεχνούσα να καταπιώ για ώρα.
Κατά τις δέκα, πήγα να κοιμηθώ. Τότε άκουσα την πρώτη φορά τον ήχο. Όχι βαρύ, ούτε καθαρό – πιο πολύ σαν ξύσιμο απ’ το ταβάνι. Στην αρχή, το απέδωσα στη γάτα της διπλανής, που συχνά τρύπωνε στη σοφίτα και έτρεχε επάνω μας τις νύχτες. Ησύχασα. Αν και – ποτέ δεν άκουσα τόσο επίμονο ήχο, και τόσο ρυθμικό.
Δεν το κατάλαβα πώς κοιμήθηκα. Κάποια στιγμή, ξύπνησα με μια περίεργη αίσθηση στα μάτια – όχι τρόμου, αλλά σιγουριάς ότι κάποιος ήταν μέσα στο δωμάτιο. Δεν άκουγα τίποτα. Ήταν ησυχία, κι όμως, το φως απ’ το διάδρομο φώτιζε, ανεπαίσθητα, την κάτω μισή από το πόδι μου που εξείχε έξω απ’ το πάπλωμα. Άκουσα κάτι σαν σύρσιμο. Βαθιά, υπόκωφα.
Έστρωσα το πάπλωμα πάνω απ’ το πόδι μηχανικά. Δεν με ένοιαξε. Σκέφτηκα ότι αν μείνω απολύτως ακίνητος, όπως όταν ήμουν παιδί, ό,τι και να ήταν, θα έφευγε ή δεν θα με έβρισκε. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Ένιωθα τον αέρα να αλλάζει θερμοκρασία γύρω μου. Όσο κι αν δεν ήθελα να το πιστέψω, κάτι υπήρχε, κάτι στεκόταν στη γωνία κοντά στο παράθυρο, εκεί που άφηνα το κινητό μου να φορτίζει. Δεν φαινόταν, αλλά ήταν κάπως… βαρύτερος ο χώρος – ήξερα ακριβώς πού τοποθετείται, χωρίς να το βλέπω.
Αποφάσισα να ανοίξω τα μάτια, αργά. Τίποτα. Σκοτεινό, το μόνο που φαινόταν ήταν αμυδρό το λαμπάκι του φορτιστή. Και τότε είδα, ανάμεσα στο λαμπάκι και στο πάτωμα, μια σκιά ακανόνιστη – σαν να στεκόταν κάποιος διαγώνια, μισοχωμένος στη γωνία. Πίστεψα στην αρχή ότι ήταν το μπουφάν που είχα αφήσει, αλλά δεν είχα αφήσει τίποτα εκεί. Πήγα να πείσω τον εαυτό μου ότι είναι αντανάκλαση, αλλά κάθε που ανοιγόκλεινα τα μάτια, εκείνη ανοιγόκλεινε κι αυτή, άλλαζε λίγο μορφή, πάντα βαρύτερη στη βάση της, σαν κάτι να ετοιμαζόταν να σηκωθεί.
Σκέφτηκα να ανάψω το φως, αλλά το χέρι μου μούδιαζε – δεν λειτουργούσε. Κάτι στην πλάτη μου με πίεζε να μείνω εντελώς ακίνητος. Δοκίμασα να πω το όνομά μου ψιθυριστά, αλλά δεν βγήκε ήχος. Κάπως, ένιωθα ότι αν κινούμουν, εκείνο στη γωνία θα φανερωνόταν, θα αποκτούσε πιο καθαρό περίγραμμα. Προτίμησα να παραμείνω ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο σε αυτό που δεν τολμούσε να γίνει ολόκληρο ορατό.
Τότε, άρχισε πάλι ο ήχος. Από ψηλά αυτή τη φορά, λες και σούρθηκε στη γωνία του ταβανιού. Ούτε βήματα, ούτε περπάτημα – απλώς ένας παρατεταμένος συρμός, γδαρσίματα, άλλοτε πιο κοντά κι άλλοτε πιο μακριά. Είδα για ένα δευτερόλεπτο τη σκιά να συσπάται ή να μετακινείται, και μετά – άλλησκα – όλα ήσυχα.
Άρχισαν τα ρολόγια να χτυπάνε, και το κουζινάκι να κάνει ένα κλικ, λες και ο βραστήρας έπαιρνε μπρος (ήταν εκτός πρίζας). Είχα ιδρώσει, το δωμάτιο είχε μια μυρωδιά σκόνης, ξένου ανθρώπου. Δεν μπορούσα να πάρω βαθιά ανάσα, ήταν σαν να ήμουν φιμωμένος.
Δεν ξέρω πώς το άντεξα – κοιμήθηκα κάπως, με ξύπνησε το πρώτο φως. Πετάχτηκα, πήγα στο παράθυρο, τίναξα το κεφάλι έξω, λίγο ακόμα και θα έμενα έξω όλη μέρα. Τη σκιά εκείνης της νύχτας δεν την είδα ποτέ έτσι ξανά. Όμως, κάθε τόσο, όταν τα φώτα του διαδρόμου τρεμοπαίζουν ή η κουζίνα κάνει ένα από εκείνα τα ανεξήγητα κλικ το βράδυ – παγώνω. Κι είναι σαν κάποιος ή κάτι να μετράει πότε επιστρέφω σπίτι, πότε κοιμάμαι, πότε μένω άγρυπνος.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μελίνα.