Δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο εκείνη η μέρα. Ένα απλό Σαββατόβραδο στο παλιό διαμέρισμα της γιαγιάς μου, στη Νέα Ιωνία, που μου το είχε αφήσει να μένω όσο σπούδαζα. Μιας και έλειπαν όλοι διακοπές, είχα αποφασίσει να βγω για λίγο με κάποιους φίλους και να επιστρέψω νωρίς, μόνος. Ήταν η πρώτη μου φορά ολομόναχος στο σπίτι, οπότε ήμουν λίγο ανήσυχος, αλλά δε μου άρεσε να το παραδέχομαι.
Όλα ήταν έτσι όπως τα θυμόμουν παιδί. Το φωτιστικό στην είσοδο που τρεμόπαιζε, το βαριά ξύλινη εξώπορτα που έσπρωχνες δυνατά για να κλείσει, μια μυρωδιά καφέ και μπαγιάτικου ψωμιού από το ντουλάπι. Κάθισα στον καναπέ να βάλω Netflix. Έβαλε σιγανά ψιλοβρόχι και, απ’ έξω, μπερδευόταν με τον θόρυβο από τα αυτοκίνητα της λεωφόρου. Όλα ήσυχα, σχεδόν βαρετά.
Κάποια στιγμή, σηκώθηκα να πλύνω τα δόντια μου. Το μπάνιο έχει έναν αστείο καθρέφτη, παράξενα μικρό για τον τοίχο, και πάντα μου φαινόταν πως παραμόρφωνε λίγο τα πρόσωπα. Ξέπλυνα το στόμα μου, και στην επιστροφή, σαν κάτι να σκάλωσε. Είπα να ρίξω μια ματιά στην εξώπορτα, μη την άφησα ξεκλείδωτη. Όλα φάνηκαν εντάξει.
Ή καλύτερα, σχεδόν εντάξει — γιατί κάπου στη διαδρομή, μου πέρασε από το μυαλό ότι αυτός ο διάδρομος φαινόταν διαφορετικός. Δεν ήταν θέμα φωτός ή διακόσμησης. Ήταν σαν να μην θυμόμουν πώς ακριβώς έκλεινε ο τοίχος στα δεξιά. Έριξα μια ματιά ξανά, και μου φάνηκε ότι η ντουλάπα με τα μπουφάν ήταν μισάνοιχτη, κάτι που δεν θυμόμουν να είχα αφήσει έτσι. Την πήγα να την κλείσω. Ο ήχος που έβγαλε ήταν απότομος, σαν κάποιος να τον συγκρατούσε από μέσα.
Γέλασα με τον εαυτό μου. Σίγουρα το μυαλό μου έπαιζε παιχνίδια – κλασικά το σπίτι ήθελε επισκευές, υπέθεσα. Άνοιξα λίγο το παράθυρο της κουζίνας, να φύγει η μυρωδιά. Αυτό που πρόσεξα ήταν ότι κάτω, στην πίσω αυλή, δεν φαινόταν κανένα φως. Ούτε καν εκείνο το γέρικο φως που περίμενα. Ήταν όλα κατάμαυρα, σα να είχε σβήσει ολόκληρη η γειτονιά το βράδυ.
Ήπια μία γουλιά νερό και γύρισα στο σαλόνι. Ήμουν έτοιμος να σωριαστώ πάλι στον καναπέ, όταν το είδα. Κάτι, από το πλάι, δίπλα στην πόρτα της κουζίνας, σκοτείνιασε το δευτερόλεπτο που γύρισε το βλέμμα μου. Δεν ήταν σκιά δέντρου, δεν ήταν αντανάκλαση. Ήταν μία γκριζωπή κίνηση, σαν να μου επέστρεφε το βλέμμα κάποιος απ’ το ημίφως. Σταμάτησα. «Έλα τώρα…» μουρμούρισα, λογικά το φως από το δρόμο.
Κάθισα. Προσπάθησα να συνεχίσω τη σειρά που έβλεπα, αλλά μετά από ένα λεπτό κατάλαβα ότι είχα χάσει το ενδιαφέρον. Ησυχία. Κάτι στο πάτωμα έτριξε στο βάθος, απ’ το μικρό δωμάτιο που κάποτε κοιμόταν η γιαγιά μου. Δεν θυμόμουν να το είχα ανοίξει εκείνο το βράδυ. Περίεργο. Πρέπει να ‘χε μείνει ανοιχτό απ’ το πρωί.
Πήγα ως εκεί και έριξα μια γρήγορη ματιά. Η μυρωδιά εδώ είχε αλλάξει. Ήταν κάτι υπόξινο, σαν υγρασία που έχει μείνει χρόνια χωρίς αέρα. Η ησυχία ήταν πηχτή, παράξενη – αν μπορούσε να αγγίξει κανείς, έτσι θα ήταν. Το παράθυρο του δωματίου ένιωθα να με κοιτάει, όχι το αντίστροφο. Είδα ότι ένα κάδρο είχε πέσει κάτω. Τίποτα το τρομακτικό. Το σήκωσα, αλλά με δυσκολία — ένιωθα ότι κάτι με παρακολουθεί, ίσως από τον καθρέφτη πίσω μου. Δεν γύρισα να δω.
Βγήκα γρήγορα έξω, με αυτή τη γνώριμη, ελαφριά ζαλάδα που σου αφήνει το πολύ σκοτάδι. Έφτιαξα ένα ζεστό τσάι στην κουζίνα, απλώς για να ακούσω κάποιον ήχο. Πήρα το φλιτζάνι και κάθισα στο τραπέζι, χωρίς να ανάψω όλα τα φώτα. Κάτι έπαιζε εκείνο το βράδυ με το ρεύμα — η λάμπα ανοιγόκλεινε, αλλά ποτέ δεν έσβηνε εντελώς. Είχε αρχίσει να τρίζουν τα ντουλάπια, κάτι που λογικά ήταν απ’ το ρεύμα. Έτσι νόμιζα.
Έβαλα μουσική από το κινητό, πολύ σιγά — σκεφτόμουν πόσο ήσυχα ακούγονταν όλα. Και τότε άκουσα κάτι. Έναν από εκείνους τους ήχους που μπαίνουν στη μέση της ησυχίας σχεδόν χωρίς ήχο. Ένα ελαφρύ, ξυραφένιο γδούπο, βαθύ, πίσω απ’ τον τοίχο του υπνοδωματίου. Περίμενα μήπως ακούσω το παραπάνω, αλλά δεν ήρθε τίποτα.
Δεν κατάλαβα πότε πήγε 3:00. Έξω είχε σταματήσει η βροχή, το σπίτι είχε βυθιστεί σε μια σιγή που με ζόριζε. Έτσι, άφησα επίτηδες ποτά ποτήρια στον νεροχύτη — σα να με βοηθούσε να ξέρω ότι είχα αφήσει κάτι εκεί, να βρω το πρωί. Μάλλον για να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι ακόμα σ’ ένα λογικό χώρο.
Έκλεισα τα φώτα και πήγα να ξαπλώσω. Μου φάνηκε ότι άκουσα κάτι στο χολ, αλλά δεν έδωσα σημασία. Απλώς σκέφτηκα να μην κοιτάξω. Το «μη κοιτάς» ήταν η πιο λογική οδηγία εκείνη τη στιγμή, το μόνο που έμοιαζε ασφαλές. Έσβησα το φως δίπλα στο κρεβάτι και προσπάθησα να μην δώσω σημασία στον ήχο που ήρθε μετά: το χαμηλό, πνιχτό συρτάρισμα, σα να τραβάει κάποιος κάτι μακρύ πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Ήρθε από το διάδρομο. Ξανά.
Έκλεισα δυνατά τα μάτια, κράτησα την αναπνοή μου. Τα λεπτά πέρασαν, κι ο μόνος ήχος ήταν το αίμα μου που βαρούσε στ’ αυτιά μου. Μετά από λίγο, νόμισα πως άκουσα κάτι σαν φταρνίσματα ή ψιθύρους, από μακριά — δεν ήθελα να κοιτάξω, δεν ήθελα να βεβαιωθώ. Έσφιξα το πάπλωμα πάνω μου. Η μυρωδιά υγρασίας δυνάμωσε. Το συρτάρισμα σταμάτησε έξω απ’ το δωμάτιο.
Η πόρτα δεν έκλεινε καλά, ποτέ δεν έκλεινε γι’ αυτό την είχα συνηθίσει μισόκλειστη. Αλλά εκείνο το βράδυ ήμουν σίγουρος, και το σκέφτομαι ακόμα, ότι δεν ήμουν μόνος. Κάποιος – ή κάτι – στεκόταν εκεί, πίσω από το μισό φως του διαδρόμου. Δεν έβγαλα άχνα. Ούτε και εκείνο.
Ξημέρωσε χωρίς να το καταλάβω. Βγήκα απ’ το δωμάτιο με την αίσθηση ότι είτε θα βρω τα πάντα όπως τ’ άφησα, είτε τελείως άλλα. Όλα ήταν τα ίδια, μόνο η πόρτα στο τέλος του διαδρόμου ήταν κλειστή, χωρίς εγώ να την έχω ακουμπήσει. Όταν την άνοιξα, δεν βρήκα τίποτα. Αλλά, από τότε, κάθε βράδυ που κάθομαι σ’ εκείνο το σπίτι, η ησυχία δεν είναι ποτέ τελείως ίδια.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαριλένα.